Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

«Απογειώνονται ξανά τα διαστημόπλοια»… σε μια ταράτσα κάθονται και τα κοιτάζουν να χάνονται…

Φόρεσε τον κακό της εαυτό σήμερα, έβαλε στον γεμιστήρα τα λάθη του, όπλισε και του έριξε.

Τον κατηγόρησε που είναι ονειροπόλος, ένας ονειροπαρμένος που ονειρεύεται με τα μάτια ανοιχτά και μπαίνει φως στο όνειρο και φαίνεται, πως δεν αξίζει το ανώφελο αυτό βάρος που λιγοστεύει την γη κάτω απο τα πόδια του  όταν δεν μπορεί να μεγαλώσει τον ουρανό πάνω απο το κεφάλι του.

Φόρεσε τον κακό της εαυτό σήμερα κάτω απο το καινούριο της φουστάνι…

«Σταμάτα για λίγο και κοίτα με» της είπε. «Μην με κατηγορείς αν πρώτα δεν δεις το ονειρό μου».

Και κοίταξε και είδε. Και άφησε αμέσως κάτω τα όπλα της.

Μα πως γίνεται να σε κατηγορεί το ίδιο σου το όνειρο, τι άκαρδο όνειρο Θεέ μου…

Γιατί έτσι.

Θα σας πυροβολήσω με καραμέλες βουτύρου που πονάνε. Θα σας μπουγελώσω με ριμπενάκια να κολλάτε να σας φάνε οι μύγες …θα κάνω χαρτοπόλεμο όλα τα  αυτοκόλλητα των power rangers  και θα σας πετάξω αυγά kinder έκπληξη…θα απαγάγω τις barby και τα lego σας και θα ζητήσω λύτρα 1 τόνο σοκολάτες milka με γεύση γιαούρτι. Θα καπνίζω όλη μέρα τσιχλοτσίγαρα και θα πίνω  fanta με ανθρακικό και θα τρώω όσα δρακουλίνια θέλω. Να μάθετε!!

Κάλεσμα

Κλειδώνω το σπίτι όλο νεύρα , τι της ήρθε πάλι βραδιάτικο; Να πάω λέει γιατί θέλει παρέα , δικαιολογίες του κώλου ,να με κατεβάσει πάλι στο λιμάνι θέλει η παλιοκαλτάκα , ξέρει ότι μόνο αυτή και εγώ μισούμε να αγαπάμε τόσο αυτό το μέρος, η κάθε μια για τους λόγους της , που μεταξύ μας δεν τους συζητήσαμε ποτέ , κι αν κάθε φορά που πάω εκεί  το κάνω παρά την θέληση μου , είναι γιατί κάπου μέσα μου φοβάμαι μην διαολιστεί καμιά μέρα και μου ξεθάψει κανένα δαιμόνι .

Κατέβηκα από τον ηλεκτρικό και κίνησα προς την είσοδο , πύλη 9 , πύλη 6 , πύλη 2  , που στο διάολο πήγε κι έκατσε ; Να την , εμ βέβαια που θα καθότανε  . Στο χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι τζίν και κάθε τόσο άκουγα ένα γλούκ  , κι όλο και σωνόταν το ποτό . Δεν είπαμε πολλά , τα βασικά μόνο για τα πρακτικά του πράγματος . Μη λέμε μετά πως δεν αλλάξαμε και 2 κουβέντες . Μετά μπήκαμε στο ψητό . Σιωπή . Μην δουλευόμαστε και μεταξύ μας τώρα . Γι αυτό βρεθήκαμε . Το βράδυ άρχισε να πέφτει , τώρα ήταν που έρχονταν και έφευγαν τα πιο πολλά πλοία . Τώρα ήταν που άναβαν τα φώτα τους και έμοιαζαν σαν να γιορτάζουν τον γυρισμό ή το φευγιό .
Την κοίταξα για λίγο , μην με πάρει χαμπάρι και νιώσει άβολα . Σα να είναι λίγο  καλύτερα , είχα και καιρό να την δω .
Θυμάμαι την τελευταία φορά που βρεθήκαμε , άλλος άνθρωπος ήταν . Βλέπεις εγώ της τα έλεγα τότε  και δε με άκουγε . «Βρέ άμα είναι να σε βρει καμιά πετριά και την πατήσεις με κανέναν πρόσεχε , γιατί αυτά τα πράγματα είναι σαν την ανεμοβλογιά , όσο πιο μεγάλος την περνάς , τόσο πιο άσχημα αρρωσταίνεις» .

Και την πάτησε . Απλά , σιωπηλά και αθόρυβα . Ο μάγκας λοιπόν μια ωραία μέρα την πούλησε  , μετά αυτός με την σειρά του πουλήθηκε σε μια άλλη και πήρε και ένα καράβι και έφυγε και μας άφησε όλους  στην ησυχία μας . Από εκεί και πέρα , γύρναγε με τον έναν γύρναγε με τον άλλον και στο τέλος γύρναγε μόνη της γιατί δεν τους άντεχε ούτε να τους βλέπει. Τι της φταίγανε και αυτοί οι κακόμοιροι , που να ξέρανε ότι τράβαγε ζόρια και της πέφτανε βαριά και τσίναγε .
Έχει και κάτι ελαττώματα αυτή  η κοπέλα , που να την κάνει ζάφτι άνθρωπος . Άμα τα βρει δύσκολα ή παίρνει τα βουνά και την χάνουμε ή αλλάζει χρώμα στα μαλλιά της. Άστα λαχτάρες , εμ δεν πάει έτσι ρε φίλε ή αμολάς ή καταπιάνεσαι με τρίχες…

Βράδιασε για τα καλά . Έκανε και ένα παλιόκρυο .
«Πάμε να φύγουμε;»
Δεν ήθελε , βρε που να σκάσει , θα αρπάξω καμιά πούντα και πώς θα λέω ότι κρύωσα; Επειδή κοίταζα τις βάρκες να κουνιούνται;
Έτσι πέρναγε η ώρα , εγώ κοίταζα αυτή , αυτή κοίταζε τα καράβια και τα καράβια έφευγαν και έρχονταν και έφευγαν και έρχονταν και κόσμος ανέβαινε και κατέβαινε και άλλοι γελούσαν κι άλλοι δεν γελούσαν κι άλλοι απλά ήταν κουρασμένοι .
«Ρε  να σου πω ….πόσοι δικοί μου άνθρωποι φύγανε από δω; Γύρισε κανείς ; Κανένας . Κι όλοι ρε , όλοι κάτι δικό μου παίρνανε ,κάθε φορά , έδινα μόνη μου κι ούτε που ζήτησα ποτέ πίσω  . Δεν με νοιάζει αυτό , πέρασε καιρός και δεν με νοιάζει , αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι που με πήγανε ; Πώς να είμαι εκεί που με έχουν τώρα και με κουβαλάνε; Πώς να ζω στις αναμνήσεις τους ; Άμα με θυμούνται ακόμα . Κανείς δεν γύρισε να δούμε , από περιέργεια και μόνο , να μου φύγει και μένα το παράπονο» .
«Πάμε να φύγουμε , θα κρυώσουμε» , της είπα .
Τι να της έλεγα …ότι και να έλεγα μαλακία θα ακουγόταν.
Στο γυρισμό με περίμενε η αδερφή μου έξω από το τρένο , εγώ μπήκα στον σταθμό και εκείνη προχώρησε . «Ποια ήταν αυτή ;» ρώτησε.
«Ποια μωρέ , Α αυτή η κοπέλα , τίποτα ήθελε να πάει να βγάλει εισιτήριο για κάποιο νησί , δεν θυμάμαι , και με ρώτησε που είναι το γκισέ . Δεν την ξέρω» .

και τώρα τί ?

…και τώρα τι;
…ξύπνημα απότομο , ιδρώτας , τι όνειρο είδα πάλι; Ας κάνω ένα μπάνιο . Μετά κουζίνα , καφές , απαραίτητο νεροζούμι…τελείωσε ο καφές; Μα πως ; Πότε; Και τώρα τι;
Θα φύγω , μόνο για το σαββατοκύριακο , κάτι είναι κι αυτό , το μαγιό στην τσάντα , μια αλλαξιά , έφυγα…ανοίγω την πόρτα…ένα περιστέρι που είχε μπει στην πολυκατοικία πριν 2 μέρες και δεν μπορούσε να βρει την πόρτα να βγει , είχε μπαστακωθεί έξω από την πόρτα μου….τι κάνεις εδώωωωωωωω;…μπλεκόταν στα πόδια μου φτερούγιζε έπεφτε πάνω μου…..με κυνηγούσε το κωλόπουλο…..έφυγα….κλείδωσα την πόρτα καλά….πήρα τα κλειδιά , του τα κουδούνισα καθώς απομακρυνόμουν , έφυγα….τρένο λεωφορείο , κτελ….εισιτήριο….αναμονή….απέναντι οι ταξιτζήδες να τσακώνονται άσχημα….κι ένας αλλοδαπός λαχειοπώλης να κάθεται διπλά μου και όλο να λέει πως αν αντί για λαχεία πουλούσε ηρεμιστικά θα ήταν πλούσιος… «καρτέλες με χάπια , πάρε χάπια πάρεεεεεεεεεεεεεε»….φαντάστηκα  το ξύλο με τα λαχεία να έχει παραταγμένα τα λεξοτανίλ….γέλασα….μπήκα στο λεωφορείο….έφυγα…γύρισα πίσω…πήγα πρώτα στο βουνό και μετά στην θάλασσα….στο βουνό κάποιος μου είπε μια ιστορία ….στην σπηλιά εκεί πέρα , βρήκαν τα κόκαλα κάποιου , Βαυαρός του Όθωνα ήταν….τι έμεινε κι από δάυτον….το βαυαρικό λιοντάρι στον βράχο σκαλισμένο , και το καύκαλο του ακόλουθου του εδώ πάνω…το πήραν να το πάνε πεσκέσι στην Γερμανία….
Όση ώρα τα άκουγα όλα αυτά….σκεπτόμουν , πως αυτός ο κακομοίρης έμεινε θαμμένος σε μια σπηλιά τόσες 10ετιες…και δεν τον γύρεψε κανείς….και τον βρήκαν σήμερα  κάτι περιηγητές που ούτε θα τον κλάψουν ούτε θα τον θάψουν , παρά μόνο θα βάλουν το χορταριασμένο κρανίο του σε κανά μουσείο έκθεμα , καλύτερα να τον άφηναν εκεί πάνω τον άνθρωπο…με τις λιχίνες και τις βρύες , στην ησυχία του…..
Και η κουβέντα πάλι στο λιοντάρι…. «και καθώς η θάλασσα είχε φορέσει το γαλάζιο γιορτινό της φόρεμα , ο καλλιτέχνης σταμάτησε να σμιλεύει τον βράχο , και το λιοντάρι ήταν έτοιμο»…

Έφυγα , πήρα τον δρόμο προς την θάλασσα , άρχισε να βρέχει , να βρέχει πολύ . Μπήκα στο νερό . το μισό μου σώμα βυθισμένο , το άλλο μισό να βρέχεται από τα σύννεφα…άφησα την βροχή  , βυθίστηκα μέσα στο νερό ολόκληρη….να σκεφτώ , να ξεχαστώ…θυμήθηκα τι μου είχες πει όταν σε συνάντησα μετά από πολύ καιρό τυχαία…. «πόσο όμορφη μοιάζεις τώρα που δεν μπορώ να σε αγγίζω και να σε ακούω , τώρα που δεν μαθαίνω νέα σου , τώρα που μόνο να σε θυμάμαι μπορώ και να απορώ..» και σου είχα πει πως ντύθηκα την νοσταλγία σου , κι η νοσταλγία δίνει μια ομορφιά περίεργη , παράξενο πράγμα που είναι αυτό…οι αναμνήσεις είναι διαβολοφαντάσματα , να με διώξεις …να ησυχάσεις…και εσύ και εγώ.
Ήμουν ώρα κάτω από το νερό…..οξυγόνο….οξυγόνο….ανέβηκα στην επιφάνεια , μια βαθιά αναπνοή….κι η βροχή να πέφτει ακόμα….βγήκα στην παραλία….κάθισα στην άμμο….ένα γεράκι ήρθε κι έκατσε στα βράχια μετά κατέβηκε προς το μέρος μου….μετά πέταξε και ζύγιασε τα φτερά του…μες την βροχή κι αυτό γυρεύοντας πάει να το ξεπαστρέψει κανένας κεραυνός σκέφτηκα…κάθε ψυχή κάνει τα κουμάντα της θα μου πεις….πετούμενο είναι…που να πήγαινε….

Γύρισα σπίτι….ζαλάδα πρώτη , ζαλάδα δεύτερη , καταλαβαίνω κάτι χεριά να με βουτάνε , ανέβαινα σκαλιά , πόρτες άνοιγαν , έκλειναν , άσπρο κρεβάτι , βρωμάει οινόπνευμα….
Βρέθηκα να ακούω μια  λίστα με λήγοντα σε –ικά…..χαλαρωτικά , μυοχαλαρωτικά , καταπραϋντικά  , αναλγητικά….βαρετά πόσο βαρετά…
Κουτάκια πολλά….κι ο γιατρός είπε πως μάλλον θα τα παντρευτώ όλα αυτά….μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος αμήν  , γέλασα δυνατά….τα πήρα , τα έκανα ένα πυργάκι και τα πέταξα …σε μια τσάντα , κι ακόμα να θυμηθώ που πέταξα την τσάντα …μέχρι να έρθει το βράδυ είχα ξεχάσει τα πάντα….ακόμα και εσένα….είχα ξεχάσει…όχι από φόβο αλλά από ειλικρίνεια , ελεύθερη και ασφαλής γύρισα πίσω…στην κίνηση , την φασαρία της πόλης , κι ήμουν εγώ…και μόνο εγώ…κι ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα  μπροστά μου…. Και τώρα τι;

παραμυθιάσου

Θες να ακούσεις ένα παραμύθι ; Κι αν βγει αληθινό κάποτε ίσως και να μου το λες για να με πάρει ο ύπνος …

Μια φορά και έναν καιρό- γιατί στα παραμύθια όλα συμβαίνουν για μια μόνο φορά και μένουν από εκείνον τον καιρό και για πάντα- , σε μια μικρή πόλη , πολύ όμορφη ζούσε μια κοπέλα ,η κοπέλα του παραμυθιού. Αλλού την είπαν σταχτοπούτα , αλλού την φώναξαν χιονάτη , την μια ήταν η Ελένη και την άλλη η Πηνελόπη . Γοργόνα , νεράιδα , ζητιάνα , πριγκίπισσα…κάθε φορά είχε μια άλλη θέση μέσα στην ιστορία και κάθε φορά κουβαλούσε κι ένα άλλο όνομα…
Δυστυχώς για αυτήν τα τέρατα , οι κακές μάγισσες και οι δράκοι υπήρχαν και στην πραγματικότητα αλλά οι πρίγκιπες μόνο στα παραμύθια .
Μέχρι που μια μέρα η κοπέλα σκέφτηκε πώς πρέπει να φτιάξει ένα κάστρο για να την προστατεύει από τους κακούς , άλλα ξέροντας την ιστορία με τα 3 γουρουνάκια και τα παθήματα τους ούτε λόγος για ξύλα και άχυρα….έπρεπε να βρει ένα άλλο υλικό , φτιαγμένο για να σταματάει όποιον πάει να μπει στο κάστρο της.

Τότε της ήρθε μια ιδέα .Πήγε και στάθηκε στην μέση του πουθενά , πήρε ένα κλαδί και έκανε έναν κύκλο στο χώμα γύρω της και είπε «να το κάστρο μου» , και μετά κοίταξε τον κύκλο και είπε «κάθε φορά που θα με σκοτώνει το κακό , ένα κομμάτι της καρδίας μου θα γίνεται πέτρα , με αυτές τις πέτρες θα χτίσω τα τείχη του κάστρου και δεν θα φτιάξω ούτε μια πόρτα για να φύγω ούτε ένα παράθυρο για να μπει ο ήλιος , γιατί αν οι πέτρες μου βγουν λίγες δεν θα κλειστώ μέσα στον κύκλο κι όλο το φως είναι δικό μου μα αν βγουν πολλές καλύτερα να μείνω για πάντα εδώ αφού δεν θα είναι κόσμος αυτός εκεί έξω για να ζήσω …..

Πέρασε καιρός από τότε και το κάστρο της είχε γίνει τόσο ψηλό που λέγανε πως έφτανε τα σύννεφα , άλλοι λέγανε πως άμα το σκαρφάλωνες θα έφτανες στον θεό. Κανείς όμως δεν μιλούσε για αυτήν που ζούσε εκεί μέσα . Την άκουγαν καμιά φορά να τραγουδάει και η φωνή της έφτανε αμυδρά στα αυτιά του κόσμου , απόκοσμη και ασθενική , σαν να έσβηνε και να πέθαινε μέρα με την μέρα. Το χειρότερο ήταν πως τα παραμύθια είχαν ξεχαστεί αφού δεν υπήρχε η κοπέλα του παραμυθιού πια και τα παιδιά για να κοιμηθούν έβλεπαν τηλεόραση .

Όλοι παραπονιόνταν πως αυτή η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο . Οι νάνοι έμειναν άνεργοι , οι μάγισσες αναγκάστηκαν να πιάσουν δουλειά στον δήμο και καθάριζαν τους δρόμους με τις ιπτάμενες σκούπες , οι δράκοι σέρβιραν flambé και οι πρίγκιπες άφησαν τα άλογα και πιάσανε ο καθένας από ένα taxi για να τα βγάζουν πέρα.

Έτσι λοιπόν αποφάσισαν να κάνουν ένα συμβούλιο , να φωνάξουν και παραμυθάδες από όλο τον κόσμο να δουν τι θα κάνουν . Μετά από μερόνυχτα συζητήσεων και διαβουλεύσεων κατέληξαν πως πρέπει να βρεθεί ένας πρίγκιπας για εκείνη , αυτός που θα καταφέρει να την βγάλει από εκεί μέσα και να την ξαναβάλει στα παραμύθια . «Μα πώς θα γίνει αυτό , δεν έχει παράθυρα ούτε πόρτες το κάστρο της». « Δίκιο έχει ο Γκρινιάρης , όσο για το κάστρο , τέτοια πέτρα δεν έχω ξαναδεί , ποιος θα μπορέσει να το γκρεμίσει ;» «Όχι δεν γκρεμίζεται με τίποτα » «Ας πάμε να της μιλήσουμε , αυτή το έχτισε , μόνο αυτή μπορεί να το γκρεμίσει» , «πρέπει να βρούμε τον πρίγκιπα της εμάς δεν θα μας ακούσει» , «Μα ποιος θα είναι αυτός που θα την βγάλει από εκεί μέσα , άσε που με τόση πέτρα που έβγαλε από την καρδιά της , ποιος ξέρει αν της έχει μείνει στάλα από δαύτη να δώσει στον πρίγκιπα»….!

Οι μέρες περνούσαν και κανένας δεν εμφανίστηκε να λύσει τα μάγια . Μέχρι που μια μέρα ήρθαν στη πόλη διασκεδαστές και μουσικοί πολλοί , που κατέφθασαν από κάθε γωνιά της γης , για να διασκεδάσουν τους καλεσμένους του βασιλιά στο γλέντι που θα έκανε για τον γάμο της κόρης του. Ένας από αυτούς καθώς περνούσε πρόσεξε το κάστρο , γιατί από την φύση του ήταν παρατηρητικός και λίγο αφηρημένος να χαζεύει δεξιά και αριστερά τα όμορφα και τα περίεργα που του τραβούσαν την προσοχή. «Ποιος μένει εδώ ;» Ρώτησε ο μουσικός έναν γεράκο που στεκόταν στην άκρη του δρόμου . « Κάποια» , απάντησε κοφτά . «Ποια ; και που είναι οι πόρτες και που είναι το παράθυρό της να βγει να την δω και γιατί είναι τόσο ψηλό το κάστρο της και…..» «Εεεεεεε σταμάτα πια! Με ζάλισες , έχεις ώρα για χάσιμο ; Αν έχεις πάμε να πιούμε λίγο κρασί και θα σου πω την ιστορία από την αρχή»…

Όταν ο μουσικός άκουσε την ιστορία της κοπέλας , το αφηρημένο του κεφάλι γέννησε έναν σκοπό. Αποφάσισε πως θα έκανε τα πάντα για να την ελευθερώσει. Ναι να την ελευθερώσει , γιατί μόνο εκείνος κατάλαβε πως ήταν φυλακισμένη . Και κάπου εδώ αρχίζει και το δικό του παραμύθι…

Το επόμενο πρωί πήγε και στάθηκε έξω από το κάστρο , πήρε μια βαθιά ανάσα , σουλούπωσε λίγο τα ρούχα του και φώναξε «Καλημέρα σας υπέροχη κυρία !Δεν είμαι πρίγκιπας μα ένας μουσικός .Ήρθα εδώ για να σας κλέψω από το κάστρο σας και να σας δείξω πόσο όμορφος είναι αυτός ο κόσμος.» Καμιά απάντηση δεν πήρε αλλά αυτό δεν τον πτόησε καθόλου. «Σήμερα η μέρα είναι ζεστή και ηλιόλουστη , ανθίσανε τα πρώτα τριαντάφυλλα και ο αέρας μυρίζει φρεσκοψημένο ψωμί . Ο κόσμος έχει μαζευτεί στην αυλή του βασιλιά και πίνουνε και τρώνε και χορεύουν για τον γάμο της κόρης του , έπρεπε να είμαι και εγώ εκεί τώρα και να τραγουδάω για τις χαρές τους αλλά θα μείνω μαζί σας να σας κρατήσω συντροφιά. Θα έρχομαι κάθε μέρα και θα γίνω το παράθυρο που θα βλέπετε τον έξω κόσμο και θα γίνω η πόρτα που θα βγαίνετε να βολτάρετε στην αγορά και το ποταμάκι. Σας φιλώ ιπποτικά υπέροχη κυρία και σας υπόσχομαι να σας επισκεφτώ πάλι αύριο».

Έτσι και γινόταν κάθε μέρα , εκείνος πήγαινε στεκόταν έξω από το κάστρο και τις μιλούσε για ώρες , της περιέγραφε πως είναι ο καιρός , πώς αλλάζουν οι εποχές τα τοπία της πόλης και τις μετέφερε όλα τα νέα από την αγορά . Της τραγουδούσε κι είχε μια τόσο όμορφη φωνή που μαλάκωνε την καρδιά της και την έκανε να ξεχνάει για λίγο την φυλακή της. Ποτέ δεν του έλεγε μια κουβέντα , ούτε μία απόκριση αλλά εκείνος ήξερε πως τον άκουγε και φρόντιζε πάντα να μιλάει δυνατά και καθαρά για να φτάνει η φωνή του στα αυτιά της μέσα από τους τοίχους του κάστρου.

Κάπως έτσι πέρασαν 2 χρόνια , ούτε μια μέρα δεν υπήρξε που να μην την επισκεφτεί , ούτε μια λέξη του δεν της είχε ξεφύγει κι ας μην του το είχε πει .Ώσπου ήρθαν πάλι εκείνες οι σκοτεινές μέρες που ήταν και ο λόγος που τότε η κοπέλα κλείστηκε στο κάστρο . Μαύρα σύννεφα ήρθαν και σκέπασαν την πόλη σαν ένα παχύ πάπλωμα από σκοτάδι . Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να κλειστούν όλοι στα σπίτια τους και να μην βγει κανείς έξω αν δεν δώσει εντολή . Η πόλη γέμισε τέρατα φοβερές μάγισσες και αιμοβόρους δράκους , η όμορφη πόλη ερήμωσε , ασχήμυνε , γιατί το κακό ρουφούσε την ζωή από κάθε τι που έβρισκε στο δρόμο του.

-Σήμερα είναι μια πάρα πολύ όμορφη μέρα , με ακούτε υπέροχη κυρία ; Μια μέρα γεμάτη ήλιο…

Μα εκείνος παράκουσε τις διαταγές του βασιλιά , συνέχισε να πηγαίνει κάτω από το κάστρο της και να της μιλάει κι αφού η κοπέλα δεν μπορούσε να δει τι συμβαίνει έξω, εκείνος της έλεγε ψέματα , για να μην τρομάξει , για να μην ψηλώσουν κι άλλο τα τείχη , για να μην του πει να φύγει για να σωθεί.
Και όσο οι μέρες περνούσαν γέμισε πληγές και προσπαθούσε να κρατηθεί ζωντανός , να μην καταλάβει τίποτα η πριγκηπέσα του , πάλευε με κάθε λογής τέρας , τις νύχτες έρχονταν παράξενα αερικά και τον ξαγρυπνούσαν , μα άντεχε , έτσι έλεγε , πως άντεχε.

Ώσπου μια μέρα δεν εμφανίστηκε , όσο κι αν περίμενε εκείνη δεν τον άκουσε την καλημερίζει , ούτε να την καληνυχτίζει…δεν τον άκουσε όση ησυχία κι αν έκανε , όσο κι αν κόλλησε το αυτί της στους χοντρούς πέτρινους τοίχους και έτσι περίμενε και περίμενε…και ήξερε πως κάτι είχε συμβεί γιατί δεν ακουγόταν τίποτα πια από εκεί έξω , τίποτα απολύτως….

Στην πόλη ως τόσο ο κόσμος είχε βαρεθεί να μένει κλεισμένος μέσα στα σπίτια του. Ήξεραν πως ο μόνος άνθρωπος που θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους , ήταν κλεισμένος σε ένα κάστρο και έκανε πείσματα πως δεν θα ξαναβγεί και έτσι όλοι είχαν πειστεί πως η ζωή θα κυλήσει κάπως έτσι και καλά θα έκαναν να το συνηθίσουν . Ναι ! Καλά!!!!! Αυτοί μπορούσαν να ζήσουν σαν τα ποντίκια , αλλά τα παιδιά; Ποιος μπορεί να σταματήσει τα παιδιά να βγουν έξω να παίξουν; Να γελάσουν; Ούτε για αστείο δεν θα το δέχονταν αυτό. Έτσι λοιπόν αποφάσισαν μεταξύ τους να στείλουν κάποιον θαρραλέο στο κάστρο να επιχειρήσει να πείσει την παραμυθοκοπέλα να βγει από εκεί μέσα. Διάλεξαν το πιο ζιζάνιο από όλα , γιατί μόνο αυτό θα άντεχε τις φωνές και τις τιμωρίες της μάνας του αν το μυριζόταν πως βγήκε έξω από το σπίτι πάρα την προειδοποίηση του βασιλιά . Και εκείνο μικροκαμωμένο καθώς ήταν ξεγλίστρησε αθόρυβα από το σπίτι και χωρίς να το καταλάβει καμία απειλή έφτασε στο κάστρο.

-Ε! ψιτ! Κυρία με ακούτε;
-Πες μου τον είδες ;Που είναι ο μουσικός που ερχόταν εδώ κάθε μέρα , τον είδες είναι καλά;
-Εγώ για άλλο σκοπό ήρθα αλλά μιας και ρωτάτε θα σας πω . Δεν είναι καλά. Πληγώθηκε βάρια τόσο καιρό που πάλευε με όλους αυτούς τους κακούς που έχουν μπαστακωθεί στην πόλη μας και εξ αιτίας τους δεν μπορώ να παίξω .Τώρα τον έχουν σε ένα σπίτι μέρες και προσπαθούν να τον συνεφέρουν αλλά δεν μιλάει ούτε ανοίγει τα μάτια του , ούτε κουνιέται. Ρώτησα την μαμά μου άμα έχει πεθάνει και μου είπε πως ακόμα ζει και να προσευχηθώ για την ψυχή του , αλλά κυρία εγώ νομίζω δεν ζει , αφού όλο κλειστά έχει τα μάτια του. Κυρία κλαίτε; Μιας και σας στεναχώρησα δεν θα σας πω τον σκοπό που ήρθα εδώ , ίσως περάσω αύριο , πάντως τα τείχη του κάστρου σας είναι όντως πάρα πολύ ψηλά….πρέπει να είχατε πολύ μεγάλη καρδιά κάποτε , κρίμα….

Το αγόρι έφυγε άπραγο και εκείνη έκλαιγε τόσο που δεν μπορούσε να σκεφτεί ένα τρόπο να τον βοηθήσει . Μέχρι που θυμήθηκε τα λόγια του αγοριού…. «οι πέτρες είναι η καρδιά μου , με προστατεύουν από το κακό , αυτό κάνουν , αυτό θα κάνουν και τώρα»

– Και τώρα που τα τείχη γίνανε ψηλά αρκετά , ας γκρεμιστούν κι ας πέσουν πάνω σε κάθε τι που δεν αγαπάει την ζωή , πάνω σε κάθε σκοτεινό όν και ας διαλύσουν την συννεφιά , να γίνει η πόλη όσο φωτεινή μου έλεγε εκείνος πως ήταν , όπως με έκανε να την φαντάζομαι με τα λόγια του .

Και έτσι απλά έπεσε το κάστρο της , σε ένα μόνο λεπτό , λες και ήταν από χαρτί και όπως έπεφτε πλάκωνε τον φόβο και το σκοτάδι. Βγήκε έξω και έτρεξε προς την πόλη . Ο ήλιος είχε βγει ξανά , ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του να δει πως έγινε τέτοιο θαύμα μα εκείνη σημασία δεν έδωσε σε κανέναν. Ρώτησε που είναι , έπρεπε να προλάβει , πίστευε πως μπορούσε να τον σώσει , του το χρωστούσε….Μπήκε μέσα στο δωμάτιο του , τι κι αν δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ , τον κοίταξε σαν να έβλεπε το πιο δικό της πρόσωπο….μα όσο κι αν προσπαθούσε να τον ξυπνήσει , δεν τα κατάφερνε , είπε να δοκιμάσει το κόλπο της ωραίας κοιμωμένης , μα όσα φιλιά κι αν του έδωσε , εκείνος δεν άνοιγε τα μάτια του .

Μετά από λίγο , κι αφού είχε απελπιστεί , το πρόσωπό της ξαφνικά γαλήνεψε , σχεδόν την είδα να γελάει . Τον κοίταξε και του είπε «Δεν ήρθα εδώ για να σε σώσω , δεν είμαι Θεός , ούτε μάγος . Ήρθα για να σου δώσω κάτι που σου ανήκει , κάτι που το φύλαγα χρόνια και περίμενα να έρθεις για να στο παραδώσω . Συγχώρεσε με που το κακομεταχειρίστηκα και το έφθειρα , συγχώρεσε με που δεν το πρόσεξα όσο έπρεπε , μα δέξου το , γιατί είναι δικό σου και πάντα δικό σου θα είναι .

Ορίστε λοιπόν , πρίγκιπα μου , με αυτήν την καρδιά θα έχεις μια καινούρια ζωή , να την γεμίσεις όνειρα , αγάπη και χαρά . Όσα δεν μπόρεσα εγώ να της δώσω , γιατί βλέπεις τα παραμύθια δεν γεννιούνται μέσα στις άψυχες πέτρες . Είμαι ελεύθερη τώρα πρίγκιπά μου , σε ευχαριστώ .

Και ο πρίγκιπάς της ξύπνησε , την πήρε αγκαλιά , της χάιδεψε τα μαλλιά , και της ζήτησε να του χαρίσει ένα χαμόγελο , το πρώτο και το τελευταίο χαμόγελο που του χάρισε…κι εκεί μέσα στην αγκαλιά του , έκλεισε τα μάτια της , πήρε μια βαθιά αναπνοή και …ήταν ελεύθερη!!

Ορίστε ρεεε , γράφω….με πρήξατε μου βγάλατε την πίστη από τα αυτιά . Κι αυτός που έπαιρνε τηλέφωνο νυχτιάτικο και με απειλούσε πώς αν δεν postάρω θα βγάλει τα άπλυτα μου στην φόρα , ένα έχω να του πώ….. «για κοίτα το από κάτω post , τσούζει εεεεε?»…

Στα δικά μου τώρα …την πατήσαμε την μπανανόφλουδα και φάγαμε την μπανάνα αμάσητη…. Τελείωσε μια sexεξεταστική όλο τρέλα , να φανταστείς μαζί με κάθε κόλλα αναφοράς δίνανε δώρο ένα durex play για ατέλειωτη ευχαρίστηση . Ασε που μου ανέβηκε η μυωπία στον Ταΰγετο γιατί γκαβώθηκα να διαβάζω τα σκονάκια και πιάστηκε η μεσούλα μου όσο προσπαθούσα να καβαλήσω τον μπροστινό φύτουκλα για να αντιγράψω ότι μπορούσα , ο οποίος κάνει και κάτι γράμματα λες και του έχεις φορέσει γάντια του box και τον έχεις βάλει να καλλιγραφεί με πένα-φτερό . Τέλος πάντων , Φεβρουάριος είναι , απόκριες έχουμε , τι ωραία τι καλά άντε να βγούμε , να ντυθούμε , να δούμε και τι ντύθηκε και ο υπόλοιπος κόσμος . Τι ντύθηκες εσύ? Ε αυτό ντυθήκαμε όλοι….άντρες γυναίκες…περούκα , φτερά και πίπουλα , sexy νυχτικιά ή μπουζουκοφορεματάκι , κάλτσα παραγάδι και γόβα κομπρεσερ…όχι δεν θέλω να είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι όλοι περιμένουν τις απόκριες για να εκδηλώσουν το ποιόν τους , γιατί βλέπω να μαζευόμαστε όλοι , τρελές και τρελιάρες στο σύνταγμα , να κοτσάρουμε και ένα κόκκινο φωτάκι έξω από την βουλή που είναι πέρασμα και να διαλαλούμε την πραμάτεια μας «περάστε καπετάνιοι ,περάστε παραγιοί» , να συμμαζέψουμε το δημόσιο έλλειμμα μέχρι την καθαρά Δευτέρα. Τώρα θα μου πεις λέω υπερβολές , γιατί παίζουν και στολές όπως του πειρατή , του Spiderman , του superman , των powerangers (αν και αυτή η στολή είναι μπελαλίδικη γιατί αναγκαστικά πρέπει να κυκλοφορείς setάκι με άλλους 4 , ασε που αμα θελήσεις να πας προς νερού σου πρέπει να ξέρεις πως το μαγικό ρολόι που του λες «μεταμόρφωσέ με» και σε κάνει κοινό θνητό , δεν δουλεύει , το λέει με μικρά γράμματά στο κάτω μέρος της συσκευασίας) , ενώ φέτος έσκασε μύτη και μεγάλος αριθμος δρακουλιαρέων , ανάθεμα το twilight μου και new moon μου…. Εντάξει μωρέ όλοι οι παραπάνω είναι οι κλασσικοί ξεμινεμένοι , comixακιδες που ακόμα και τώρα μέσα στο maxim και το δελτίο με τα προγνωστικά κρύβουν τις περιπέτειες του lucky luck και πίσω από την συλλογή με τα επεισόδια του lost , στριμώχνονται τα άπαντα του John Rambo .
Και λες οκ ρε φιλαράκι , οκ ας βγώ μια βολτά να χαζέψω τις βιτρίνες , έχουμε και εκπτώσεις ακόμα , ποτέ δεν ξέρεις….και σκάς μύτη στην ερμού και έρχεσαι αντιμέτωπος με τον χειρότερο εφιάλτη του βαμμένου βάζελου….Όλα είναι κόκκινα…τι διάολο….σε φωλιά με boutique του Ολυμπιακού έπεσα? Οχιιιιι…. Είναι Φευρουάριος…..ποοοοο και δεν φτάνει που πρέπει να ανεχτείς έναν σκασμό καρδούλες και « I ❤ YOU» θυμάσαι ότι προχθές τα χάλασες και με τον Νόντα και νιώθεις σαν τον ψωριάρη , όλοι γιορτάζουν εσύ μαγκούφα όχι…σα να σε δείχνουν και να λένε «ξέρεις σε ποιανού Αγίου ανήμερα θα γιορτάσεις και φέτος» . Καλά ντάξει όχι ότι με κόφτει , πότε δεν τον γιόρτασα τον valentine , αλλά σε πιάνει το παράπονο , «γιατί εγώ δεν αφου ναι μεν αλλα….»
Τέλος πάντων μια και δυο τα κουκουλοφασκέλωσα όλα όπως όπως και δρόμο πήρα δρόμο άφησα και έφτασα στο Βερολίνο . Ναι ο κώλος μου φέτος ήθελε να γιορτάσω καθαρά Δευτέρα κατά Alexanderplatz μεριά να τρώω λοκάνικο με bier sauce τρομάρα να μου ρθει και να χαζεύω τα Γερμανάκια –προκατ , καστανό μαλλί γαλάζιο μάτι και να πείνω μπύρες να συνέλθω….γιατί τόσα χρόνια που έτρωγα ταραμοσαλάτα και χταποδάκι ξυδάτο στο πάρκο της αρχαίας Επιδαύρου μου κακόπεσε και είπα εφέτο να πάω λίγο πιο κεί …αστα να πάνε στο γέρο διάολο… έχω πόλυ υλικό να καταθέσω για το θέμα , αλλά θα στα πώ άλλη ώρα γιατί τώρα τα έχω κάνει τουρλουμπούκι , κάτσε να ισιώσω και επιστρέφω….

confessions: πλυντηριομαχία

Μπαίνω στο σπίτι, με την πρώτη ματιά όλα ήταν ωραία. Το σαλονάκι αν ήθελες το κανες κ 5χ5 με τη μία. 88 τετραγωνικά, το 8 ο τυχερός μου αριθμός, λέω κι εγώ είναι της μοίρας μου γραφτό.
Δεν είχα επιπλα κ ηλεκτρικές συσκευές για 3 βδομάδες. Επί 3 βδομάδες τρεφόμουν με ξηρά τροφή, κοιμόμουν στο πάτωμα κ το ρεύμα ήρθε μετά την πρώτη βδομάδα.. ευτυχώς είχα νερό. Κι εκεί, εκεί.. κατηγόρησα τους γονείς μου που δε με στείλανε στα προσκοπάκια. Γιατί εγώ σκληραγωγήθηκα τώρα; Να μη στα πολυλογώ, έρχεται ο φίλος μου ο ΙΚΕΑΣ.. τα έπιπλα όλα κομπλέ.. Καταφτάνει κ το πλυντήριο.
Εγω όμως δεν ηξερα να βάζω πλυντήριο. Και δεν είναι κ κανένα απλό, λιτό κ απέρριτο. Ήρθε το πλυντήριο των πλυντηρίων. Με το που το ανοίγεις στο ΟΝ, αρχίζουν κ αναβοσβήνουν λαμπάκια. Πολλά λαμπάκια, πολλά κουμπάκια. Φαντάσου ότι είναι σαν το διαστημόπλοιο το ΕΝΤΕΡΠΡΑΙΣ (σταρ τρεκ). Αν δεν είσαι ο Σποκ, ρούχα δεν πλένεις! Δεν! Έφερα φίλους στο σπίτι μπας κ με μάθουν να το χρησιμοποιώ. Καθόμασταν λοιπόν γύρω απτο πλυντήριο και βγάζαμε προγράμματα πλύσης. Στο τέλος, αρχίσαμε να τα βγάζουμε σε Excelάκια, με διαγράμματα ροής. Τελικά, μια μέρα, κι αφού είχα κλείσει 6 μήνες εκεί μέσα, αποφάσισα να βάλω την πρώτη πλύση.
Ήμουν μόνη, έξω φυσούσε. Άρχισε να ψιλοβρέχει. Έκανε κρύο. Στο σπίτι εγώ κ το πλυντήριο, λέμε. (Εγώ πάντα είχα μια φοβία με τα πλυντήρια γιατί η στύψη μου θύμιζε τον ήχο που κάνουν τα αεροπλάνα όταν απογείωνονται. Πίστευα ότι το πλυντήριο θ’αρχίσει να με κυνηγάει μες στο σπίτι. Μέχρι κ στον ύπνο μου το ‘βλεπα. Αφού στο πλυσταριό της μάνας μου γιαυτό δεν είχα μπει ποτέ. Ίσως να φταίει κι ο Stephen King γιαυτό, δεν ξέρω. Πάντως.. θεώρησα ότι είχε έρθει η ώρα να αντιμετωπίσω τους φόβους μου). Εκείνο το βράδυ είχα μόλις εξολοθρεύσει μια κατσαρίδα. Πάνω στο ηρωιλίκι, ΜΗ ΜΟΥ ΦΥΓΕΙ, είπα να βάλω ένα πλυντήριο. Αφήνω κάτω το τέζα κ πιάνω το υγρό σαπούνι μασαλίας.. και το λενόρ. Γεμίζω τα κουπάκια. Κ κάθομαι κ το κοιτάω. Κ λέω στον εαυτό μου “αυτοσχεδίασε”. Λέω μη το παρακάνεις, μην πέσεις κατευθείαν στα βαθιά. Βάζω πετσέτες κ εσώρουχα. Όχι τα καλά, τα άλλα. Παίρνω τα κουμπιά με τη σειρά. Πρώτο κουμπί 40 βαθμοί. Είπα, με 40 βαθμούς κάνεις κ μπάνιο, άρα νο πρόμπλεμ, νο πρόμπλεμ. Μετά είχε κάτι μασωνικά, δεν τ’άγγιξα! Συνεχίζω.. βλέπω τα χρονόμετρα. Λέω “άραξε, δεν είναι ωρολογιακή βόμβα, θα τα καταφέρεις”. Τα κουμπιά αρχίζουν να αναβοσβήνουν σα δαιμονισμένα. Βάζω χρονόμετρο στα 90’. Φτάνω στις στροφές στυψης. Ήθελα να δω πόσο γρήγορα στροφάρει το δικό μου το πλυντήριο κ έτσι.. το ρύθμισα στις 1000. Πιο πάνω πεθαίνει. Για μια στιγμή, νόμιζα οτι θα εκτοξευτεί σα πύραυλος. Μετά λέω, για να το χουν βάλει αυτοί εκεί, κάτι θα ξέρουν.. “29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν”.. σκέφτηκα.
Τα υπόλοιπα κουμπιά δε τα άγγιξα ποτέ. Γιατί ποτέ δεν μπήκα στη σκέψη του ψυχάκια που δεν ξέρω τί πίνει κ ζωγραφίζει τα σηματάκια πάνω στα κουμπιά.. γιατί τί μπορεί να συμβολίζει ένα κουμπί που πανω του έχει ένα μπλουζάκι; ένα κουμπί που έχει πάνω του ένα σαλιγκαράκι, ένα κουμπί που έχει πάνω του ένα Χ; “κίνδυνος – θάνατος”;
Και πατάω το ΟΝ. Το οποίο ΟΝ, έχει δυο κουμπιά, ένα PLAY σαν αυτό του CD player κ ένα pause! Κ γω πατώντας το λέω τώρα θα ακούσω Ρίτα Σακελλαρίου, τόσα λεφτά το πλήρωσα.. Κ μεταξύ μας, έχω κοιτάξει πίσω αν έχει υποδοχή για ηχεία. Έστω μια υποδοχή για iPod.. Τζίφος. Τζάμπα λεφτά. Έτσι φτάνουν οι νοικοκυρές σε απόγνωση..
Πατάω λοιπόν το ΟΝ κ περιμένω να δω τι θα γίνει. Σιωπή εξαπλώνεται σε όλο το δωμάτιο. Δυο κόκκινα φωτάκια δεξιά κ αριστερά του πλυντηρίου είχαν ανάψει κ έμοιαζε σαν τέρας της κολάσεως που καραδωκούσε να με κατασπαράξει.. Περίμενα, περίμενα, περίμενα,.. τίποτα. Λέω “μαλάκα ξεκόλλα, δεν είναι πυρηνική φυσική, πλυντήριο είναι! Δε σου ζήτησα να τετραγωνίσεις τον κύκλο, να πλύνεις σου ζήτησα”. Αρχίζω να κοιτάζω τα κουμπιά που σνόμπαρα πριν. Ο ψυχάκιας σε ένα απο αυτά, είχε σχεδιάσει ένα λουκέτο. Μου έκοψε να καταλάβω ότι ο ψυχάκιας εννοούσε ότι κλειδώνει η πόρτα για να ξεκινήσει “ασφαλώς” η πλύση. Λες κι εγώ, αν έβλεπα νερό μες στο πλυντήριο, θα άνοιγα για να δω τί θα γίνει! Το πατάω, να μη το πατήσω; Ξυπνάει το τέρας.. Τα ρούχα αρχίζουν να στριφογυρνάνε μια δεξιά μια αριστερά. Απ’τη χαρά μου πήρα τηλέφωνο τη μάνα μου. “Μάνα.. έγινα γυναίκα!” Σιωπή απ΄την άλλη μεριά του ακουστικού. “Καλέ πλυντήριο έβαλα κ τα ρούχα γυρνάνε κανονικά, μια αριστερά μια δεξιά, όλα βαίνουν καλώς, μάνα!”
Είχα πορωθεί τόσο πολύ, που ακολουθούσα με το κεφάλι μου της στροφές του κάδου, οι οποίες σχημάτιζαν μια δίνη που παραλίγο να με υπνωτίσει. Ώσπου μετά τη σειρά του μαλακτικού, φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο: στύψιμο. Όπως προανέφερα, το είχα προγραμματίσει στις 1000 στροφές. Ξεκίνησε αργά, μάλλον για να μη με τρομάξει.. Ένιωθα να συμβιβάζομαι με την ιδέα κ πίστεψα για λίγο πως όλα θα λήξουν ήρεμα. Έκανα λάθος.
Τα πράγματα άρχισαν να αγριεύουν. Το υπεργαμάτο μου πλυντήριο, δε τα σήκωνε τέτοια αστεία. Ο θόρυβος δυνάμωνε, οι στροφές ανέβαιναν. Τα μπιμπελό κ τα σαμπουάν που βρίσκονταν πάνω του άρχισαν να κουνιούνται λες ο εγκέλαδος είχε χτυπήσει μόνο το σπίτι μου. Τα αυτιά μου βούιζαν κ μ’είχε κόψει κρύος ιδρώτας. Για μια στιγμή πίστεψα ότι θα βγει απ’την πρίζα κ όντως θα αρχίζει να με κυνηγάει. Φόρεσα την πιτζάμα μου κ τις παντόφλες για να μη βγω στο δρόμο με τα βρακιά. Κ με τα κλειδιά του σπιτιού κ ένα φακό στο χέρι ετοιμάστηκα για το χειρότερο. Από βαθιά μέσα μου όμως, ήξερα πως εδώ είναι σπίτι ΜΟΥ κ όποιος μου κάνει νταηλίκια, παίρνει πόδι. Αυτό σκέφτηκα πως θα έλεγα στο πλυντήριο αν συνέβαινε το απρόοπτο.
Κι εκεί που έχει αγγίξει το ΠΙΚ κι εγώ κάνω την κίνηση να πιάσω το πόμολο της πόρτας.. πεθαίνει. Σβήνουν όλα. Ησυχία. Μπαίνω δειλά δειλά στο μπάνιο. Κίνηση πρώτη: κοιτάω το πάτωμα. Αφού δεν βρήκα το πλυντήριο κιβωτό να επιπλέει σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, όλα είχαν πάει καλά. Σχεδόν όλα. Πάτησα το OFF. Άνοιξα τον κάδο. Προσπαθούσα να θυμηθώ τί χρώμα είχε το κάθε ρούχο πριν μπεί στο πλυντήριο.
Όλα μύριζαν όμορφα. Κ τα ρούχα όπως τα άφησα. Ποτέ δε φαντάστηκα πως η ανακούφιση μπορεί να έχει άρωμα Soupline Vanilla.