Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Uncategorized’ Category

Μια γοητεία περίεργη που έχουν αυτοί που φεύγουν, αυτοί που κλείνουν την πόρτα για τελευταία φορά, που σε φιλάνε και σε αγκαλιάζουν για τελευταία φορα, και εσύ δεν το ξέρεις, και ευτυχείς μέσα στην άγνοιά σου, μα αυτοί το ξέρουν και έχουν το ύφος του μοιραίου πρωταγωνιστή στο φινάλε της ταινίας με όλα τα φώτα πάνω τους.

Κι όταν εκείνοι οι πάντα αγαπημένοι κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μένουν αυτοί που δεν έφυγαν ποτέ, να κοιτάνε τις πόρτες για ώρα ,ελπίζοντας κανείς να μη καταλάβει ότι ακόμα ελπίζουν. Ρίχνουν δυο «χωρίς» και ένα «γιατί» μες τον καφέ τους κάθε πρωί και ξεκινάνε για τις δουλειές τους, χωρίς πολλές γκρίνιες για την κρίση, χωρίς να διαβάσουν εφημερίδες, παρά μόνο τα ζώδια στο πίσω μέρος, αφού στα αστέρια λένε πως πιστεύουν, γιατί τόσα εκατομμύρια χρόνια, σβήνουν ,ανάβουν, σβήνουν , ανάβουν, και ποτέ άμα καιγόταν ένα δεν έσβηναν μαζί και τα υπόλοιπα, όπως τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια που σαν καεί ένα αχρηστεύουν όλα.

Αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν με δέντρα σου λέω, και έχουν καρδιά απο ρίζες και όλο την απλώνουν και την απλώνουν , κι όλο ριζώνουν και ριζώνουν…

Κάθε βράδυ, σκεπασμένοι με τα σεντόνια τους που δε μυρίζουν πια μανούλα, πέφτουν για ύπνο, χωρίς μιλιά, χώρις να χουν κάπου να ευχηθούν ένα καλό ξημέρωμα, και έχουν και λέν τις προσευχές τους στα άστρα, στο είπα ξανά, τα αστέρια τα πιστεύουν, καμιά φορά τους φτάνει το πρωί κι αυτοί ακόμα λένε  χωρίς σταματιμό.

Είναι ήσυχοι, μόνο καμιά φορά ξεσπάνε και αύτο πάλι ήσυχα το κάνουν, δεν ενοχλούν μα καλύτερα είναι εκείνες τις φορές να μην τους ενοχλείς ούτε εσύ. Από κατανόηση και μόνο.
Έχουν βλέπεις δουλειά σκληρή να κάνουν, φυλάνε μέρα νύχτα χωματερές με όνειρα.Τα φυλάνε από το αδέσποτο σκυλί, τη λησμονιά, που μπαίνει πεινασμένο να τα φάει, απο αυτούς που κάποτε τα πέταξαν εκεί και τώρα σα ζητιάνοι ψάχνουν να τα βρούν για να τους σώσουν απο τη διακονία, απο το πλιάτσικο των παλιατζίδων που τα μαζεύουν να τα πουλήσουν όσο όσο στους ανέραστους και απο τα φαντάσματα όσων τα έχασαν από λάθος και πέθαναν με τον καημό αυτόν.

Έτσι λοιπόν, μιλώ για αύτους που δεν έφυγαν ποτέ, που έγιναν δέντρα στις άκρες των δρόμων που τράβηξαν οι άλλοι…

Read Full Post »

Μια φορά και έναν καιρό, για να είμαι πιο σαφής, στον καιρό που ο κόσμος είχε γεμίσει ζόμπι που λέμαργα αναζητούσαν να ζήσουν έστω και για μία φορά , υπήρχε ένα παιδί που για να μην γίνει κι αυτό ζόμπι είχε αποφασίσει να μείνει παιδί, έτσι λοιπόν δεν είχε όνομα γιατί για όλους ήταν «το παιδί» . Είχε όλα τα καλά του θέου πάνω του, όπου περνούσε έδινε ζωή , κι όταν μιλούσε γέμιζε τις παγωμένες καρδιές των ανθρώπων με αγάπη.

Στη γειτονιά του, δίπλα απο την αλάνα που έπαιζε , ζούσε ένα κορίτσι. Το κορίτσι είχε αποφύγει κι αυτό να γίνει ζόμπι, αλλά με άλλο τρόπο. Είχε αποφάσισει να γίνει αμέσως γυναίκα, κι ας ήταν πολύ μικρή γι αυτό, πίστεψε πως αμα είναι μεγάλη θα μπορεί να φυλάξει τον εαυτό της απο τα πεινασμένα κουφάρια που τριγυρνουσαν να την κάνουν όμοιό της. Έτσι κι αυτή , για να φυλαχτεί , είχε πάντα κλείστο το σπίτι της, δεν αφηνέ κανέναν να μπεί εκεί μέσα, κι ούτε κάνεις ποτέ είχε δει απο κανένα κουφωτό πατζούρι πως ήταν αυτό το σπίτι. Τα παιδιά της γειτονιάς, είχαν να λένε 1002 ιστορίες για αυτήν, αλλοι λέγανε πως κάνει φοβερά και τρομερά πράγματα εκει μέσα και καλό θα ήταν να μην το πλησιαζουν και πολύ τα ανθρώπινα βλέματα μη πάθουν κανένα κακό, οι πιο καλόβολοι λέγανε πως μέσα εκεί θα έχει πολλά και όμορφα πράγματα και θα φοβάται μην τα δει κανείς και θελήσει να της τα κλέψει. Αλλά το σίγουρο ήταν πως για όσους είχανε την περιέργια , το σπίτι αυτό ήταν ένα μέρος για να ταίζουν την περιέργια τους.

Το παιδί, σαν παιδί που ήταν είχε κι αυτό την περιέργια που δικαιούται να έχει κάθε άλλο. Μα ποτέ δεν την είχε ενοχλήσει όπως τα υπόλοιπα που πήγαιναν έξω απο το παραθυρό της να της πετάξουν πέτρες και να την κοροιδέψουν. Και ακόμα και εκείνη τη φορά που καταλάθος όπως περνούσε είχε πάρει το μάτι του κάτι να γυαλίζει μέσα απο το παραθυρό της , δεν το χε πει στους άλλους για να μην τους διαολίσει κι άλλο και της αρχίσουν πάλι πόλεμο.
Μια μέρα λοιπόν είχε μείνει μόνος του στην αλάνα και χτυπούσε σε ένα τοιχάκι τη μπάλα του μηχανικά χωμένος στις σκέψεις του, για τον κόσμο γύρω του, για τη μοναξιά του να είσαι ζωντανός και όλοι σου οι φίλοι να χουν γίνει τέρατα και μάλιστα χαζά τέρατα που ούτε να παίξουν μπάλα δε μπορούν, μέχρι που αγανάκτησε τόσο από το αδιέξοδο του αυτό και της έδωσε μια γερή λες και κι αυτή ήταν η φταίχτρα. Η μπάλα πήρε λίγο ύψος χτύπησε με δύναμη στο τοιχάκι και γύρισε πίσω πηγαίνοντας καρφί στο παράξενο σπίτι. Μόνο που αντι να πάει η αναθεματισμένη να σκάσει στο κεφαλόσκαλο, έκανε μια ηλίθια τροχιά και κατέληξε στον κήπο της γυναίκας.
Το παιδί έκανε να πάει κατα κει με την πρόφαση να ζητήσει την μπάλα του, αλλά όσο κι αν δεν τον παραδεχόταν ούτε στον εαυτό του, υπήρχε κάτι που τον τραβούσε κόντα στο παράξενο εκείνο σπίτι, κατι ζεστό σαν γέλιο, σαν το κάλεσμα μιας αγκαλιάς.

Χτύπησε την πόρτα, με όλη του τη διακριτηκότητα και περίμενε κάποιος να του ανοίξει. Μετά απο λίγο η πόρτα άνοιξε και η οικοδέσποινα εμφανίστηκε στο κατόφλι, ήταν μικροκαμωμένη με συμπαθητικά χαρακτηριστικά μα είχε ένα πέριεργο βλέμμα, αγριεμένο, λίγο φοβησμένο, που έκρυβε προσεκτικά πίσω απο την εγκράτεια της ηλικίας της και την επιβλητικότητα της γυναικείας φύσης της. Τον ρώτησε ήρεμα τον λόγο που της χτύπησε το κουδούνι και το παιδί βιάστηκε να της εξηγήσει γρήγορα, απο φόβο μη του κλείσει την πόρτα πιστέυοντας ότι ανήκει στη συμμορία των μικρών τραμπούκων που της πετροβολάνε τα τζάμια.
Έκεινη προσπαθόντας να μη γελάσει βλέποντας τον λαχανιασμένο απο το κατεβατό που είχε αραδιάσει με μιά ανάσα, πήγε και του έφερε απο τον κήπο τη μπάλα. Έκείνος την ευχαρίστησε και γύρισε να φύγει, μα ξαφνικά, χωρίς να το σκεφτεί, λες και το στόμα του αποφάσισε να λέει άλλα απο αυτά που θέλει το μυαλό του , γύρισε και της είπε :

-«μπορώ να περάσω να δω το σπίτι σου?»
-«Δεν έχω κάτι να δεις, αλήθεια, το σπίτι μου είναι γεμάτο με πράγματα άνευ αξίας, αδιάφορα και παλία άχρηστα αντικείμενα.»
-«Τότε γιατί δεν το ανοίγεις ποτέ, γιατι το κρύβεις απο τον κόσμο»?
-«Γιατί ο κόσμος δε θα μπορέσει να καταλάβει τον δικό μου κόσμο, γιατί ο κόσμος θα με κάνει να ντραπώ αμα το δει.»
-«Άσε με να το δω, σε παρακαλώ, υπόσχομαι να μη σε κοροιδεψω, να μη πω σε κανέναν τίποτα».
-«Μπορώ να σε εμπιστευτώ και για κατι άλλο?» , τον ρώτησε διστακτικά. «Μπορώ να σε εμπιστευτώ , ότι θα προσέξεις πολύ μην σπάσεις τίποτα? Ξέρεις έχω πράγματα που σπάνε πολύ εύκολα.»
-«‘Φυσικά! Υπόσχομαι να προσέξω το κάθε τι, το υπόσχομαι! »

Δεν θα την έλεγες και πολύ σίγουρη όταν τον άφησε να περάσει στο διάδρομό , αλλά πλέον ήταν αργά. Το παιδί είχε ήδη πατήσει τα ποδαράκια του στο ξύλινο πάτωμα του σπιτιού, και τα βηματά του άφηναν ένα χαρούμενο μικρό γδούπο, που δεν σου έκανε η καρδιά να το σταματήσεις.

Μπήκε μέσα έχοντας τα μάτια του ορθάνοιχτα και γουρλομένα να καταγράψει ότι υπήρχε στο χώρο.
– «Το σαλόνι είναι απο δώ, εδώ έχω όλα αυτά τα πράγματα που σου είπα».

Το παιδί έτρεξε σαν παλαβό, για να περάσει στο σαλόνι με ένα σάλτο που παραλίγο να τον στείλει στο πάτωμα φαρδύ πλατύ αλλά τελευταία στιγμή έβαλε τα δυνατά του και ορθοπάτησε, πιο πολύ για να μην ντροπιαστεί μπροστα στην κυρία του σπιτιού, παρα για να μη χτυπήσει.

Όταν βρέθηκε μέσα στο δωμάτιο, δεν πίστευε στα μάτια του. Κοίταζε γύρω του με το στόμα ανοιχτό σαν χαλασμένο καπό αυτοκινήτου. Πρέπει να έκατσε έτσι για πάνω απο 5 λεπτά όταν άρχισε να εξερευνεί με δειλές κινήσεις τον χώρο. Παντού υπήρχαν γυάλινα πράγματα, ντελικάτα και εύθραυστα, που νόμιζες πως δεν τα έφτιαξε ανθρώπινο χέρι μα το πιο ελαφρύ αεράκι που φύσιξε το υγρό γυαλί. Γυάλινες κούκλες, αλογάκια, κουτιά, μικρά και μεγάλα, άλλα απο χρωματιστό και άλλα απο διάφανο γυαλί, καθρεφτάκια, βόλοι, σβούρες, φαναράκια, γυάλινα στολίδια να περιδένουν τις κουρτίνες, κι αν και μπορούσε να δει κανείς πόσο παλιά και άκαιρα ήταν είχαν την απλή μαγεία του υλικού τους, να λαμπιρίζουν στο φως και να σου επιτρέπουν να δεις απο μέσα τους.

Το παιδί πηγαινοερχόταν στο δωμάτιο σαν τις πεταλουδίτσες που γυροφέρνουν τις λάμπες, τρελαμένες απο το φώς. Εκείνη τον κοίταζε και γελούσε αν και κάθε φορά που πλησίαζε τα πράγματά της πάνω στην ξέφρενη τροχιά που διέγραφε, την έπιανε μια τρομάρα, ότι θα τα ρίξει όλα κάτω με μιάς. Μα δεν έριξε τίποτα, γιατί σε μια στιγμή πήρε την προσοχή του απο τα γυάλινα πραγματάκια και την έδωσε στο βάθος του δωματίου όπου ορθονόταν ψηλός και αρχοντικός ένας μεγάλος παλιός καθρέφτης. Το παιδί πλησίασε και κοίταξε το είδωλό του μέσα του, ήταν αλήθεια ένας πολύ όμορφος καθρέφτης. Που για κάποιο λόγο , όπως παρατήρησε φωναχτά το παιδί, ομόρφαινε και όσους τύχαινε να κοιτάζονται σε αυτόν.
-«όχι όλους, μικρέ μου». Τον διόρθωσε η κυρία του σπιτιού. «Όχι όλους.»

Άπο εκείνη την ημέρα λοιπόν, το παιδί την επισκεπτόταν συχνά, κάθονταν με τις ώρες μπροστά στο τζάκι και διάβαζαν τρώγοντας γλυκά, άλλωτε έβγαίναν στον κήπο να παίξουν με τους γυάλινους βόλους ένω τα γυάλινα παιχνίδια είχαν παρελάσει όλα απο τα χέρια τους, άλλωτε οι γυάλινοι ινδιάνοι που τους κυνηγούσαν οι γυάλινοι καουμπόιδες και τα αμέτρητα στρατιωτάκια που τα στήνανε παραταγμένα στο χορτάρι και τα ετοιμάζανε για μάχες μεγάλες και τρανές.
Το παιδί δεν ξεχνούσε, κι όποτε ήταν στεναχωρημένο ή κατσούφικο, πήγαινε κοντα στον καθρέφτη να κοιταχτεί, να δει την χαρά του στο τζάμι να του γυρίσει πίσω το χαμόγελο. Κι ήταν σαν ο καθρέφτης να τον ένιωθε και να το άκουγε και να προσπαθούσε κάθε φορά να το κάνει πιο όμορφο και πιο χαρούμενο μέχρι να το πιστέψει και να μοιάσει στο είδωλο του. Κάπως έτσι πέρασε καιρός, ο χειμώνας έφυγε και ήρθε η άνοιξη και όταν έφυγε και η άνοιξη ήρθε το καλοκαίρι.

Οι δυό τους είχαν κάτσει στη βεράντα και έπιναν κρύα λεμονάδα, όταν το παιδί γύρισε και της είπε :
-«Θέλω να σε ρωτήσω καιρό, γιατί όλα σου τα πράγματα είναι γυάλινα?»
-«Σου το είπα κάποτε , μα δε πρόσεχες, πως να με προσέξεις έτσι που γυρνας σα σβούρα!. Τα πράγματά μου είναι όσα ο κόσμος δε θα θελε να έχει. Το γυαλί σπάει έυκολα και θέλει προσοχή και που να προσέξουν τέτοιο ευαίσθητο υλικό τούτα τα νεκροζώντανα ντουβάρια που δε βλέπουνε που θε να πάνε.»
-«Α! καλά…και δε μου λες, γιατί αυτός εκεί ο καθρέφτης είναι μαγικός?Καθε φορά που πάω κάνει μαγικά και με δίχνει αλλιώτικα.»
-«Χαχαχα, τι μαγικά βρε? Ο καθρέφτης κάνει μαγικά η μήπως έσυ δεν καλοβλέπεις?»
-«Μα αφού είμαι σίγουρος, με δίχνει αλλιώτικο σου λέω, μη με βγάζεις και τρελό τώρα, είμαι μικρός αλλά φαντασμένος δεν είμαι!»
-«Σίγουρα σε δίχνει αλλιώτικο ο καθρέφτης, μα κάτσε και εσύ μια φορά χωρίς να κοιταχτείς.Να δεις καθαρά που καθρεφτίζεσαι»

( «Να κάτσω μπροστά στον καθρέφτη χωρίς να κοιταχτω, σα να παλάβωσε η κυρά του σπιτιού μου φαίνεται, τι πάει να πει χωρίς να κοιταχτώ και που θα κοιτάω δηλαδή, να δω λέει που καθρεφτίζομαι, στον καθρέφτη σου καθρεφτίζομαι κυρία μου…στον καθρέφτη σου?»).

Και πάνω σε αύτη τη σκέψη, δίνει μια και πετάγεται πάνω σα να τον τσίμπησε ολόκληρο μελίσι. Έτρεξε προς το δωμάτιο, πέρασε όλα τα γυαλικά και πήγε και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, έκλεισε μια τα μάτια του και άνοιξε δυο την ψυχή του, να δει τα πράγματα καθαρά, να μπορεί να κοιτάει και να βλέπει πια.

Και όταν άνοιξε πάλι τα μάτια του είδε. Δεν θα μπορέσω ποτέ να σου πω τι ακριβώς είδε μα είχε το πρόσωπο φωτισμένο και το βλέμα καθηλωμένο εκεί που κάποτε νόμιζε πως ήταν ο καθρέφτης. Έκανε να το πλησιάσει, άπλωσε το χέρι να το αγγίξει, μα δε τα κατάφερε ποτέ.Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε πάλι στη θέση του ο καθρέφτης και το παιδί παραπάτησε και έπεσε με δύναμη πάνω του και τον έκανε χίλια κομμάτια. Γέμισε ο τόπος γυαλιά μικρά σα διαμαντάκια να λαμπιρίζουν σε όλο το πάτωμα. Εκείνη έτρεξε να δει τι του συναίβει και τον βρήκε τρομαγμένο να κοιτάζει το χέρι του που είχε πληγωθει απο ενα κομμάτι και τον είχε γεμίσει αίματα. Το παιδί όταν είδε το αίμα πανικοβλήθηκε και σηκώθηκε να φύγει πέφτοντας πάνω και σε άλλα πράγματα που νομίζω τα άκουσα κι αυτά να σπάνε.

Η κυρία του σπιτιού προσπάθησε να τον ηρεμήσει, περιποιήθηκε την πληγή του και τον πήρε αγκαλιά, μα το παιδί ήταν τόσο τρομαγμένο που όλα εκεί μέσα ακόμα και εκείνη του έμοιαζαν απειλιτικά και στοιχιωμένα.Τον πήρε από το χέρι και τον έβγαλε στο δρόμο, ήταν καιρός πια να γυρίσει σπίτι. Το αγόρι έκανε 2 βήματα , σταμάτησε για λίγο, μα δεν είχε κάτι να της πει, είπε μόνο πως όταν θα γινόταν καλά το χέρι του θα ξαναερχόταν να την δει.
Πέρασε καιρός απο τότε και κανείς δεν έμαθε ποτέ για αυτούς τους δύο,ποιός ξέρει ίσως αυτός αποφάσισε πια να μεγαλώσει η εκείνη να γυρίσει πίσω στην σωστή της ηλικία, ίσως πάλι να συνέχισαν να ζουν με τον ίδιο περιέργο τρόπο που ζούσαν πριν συναντηθούν, μέχρι το τέλος της ζωής τους.
Μα ακόμα και σήμερα τις νύχτες του αυγούστου που δεν έχει φεγγάρι , λένε πως αν είσαι παιδί (μικρό ή μεγάλο) , μπορείς να ξεχωρίσεις ανάμεσα στα αστέρια τα γυάλινα στρατιωτάκια και τους βόλους που έπαιζαν κάποτε αυτά τα 2 παράξενα πλάσματα.

Read Full Post »

Ξυπνόντας μια τη χθεσινή δε τη πολυθυμόμουν, ξύπνησα την επόμενη και πιο θολή είχε γίνει.

Βγήκα να μάθω και να βρω τα όσα είχα ξεχάσει, κι αυτά που μου απομείνανε για να τα ξεμπερδέψω.

Κι όποιος μου εξήγησε να δω ή μου δειξε να μάθω , εκείνα που κάποτε ήξερα, με τα ίδια μου τα μάτια,

μού πε αλλιώς μαθαίνεται στο χρόνο ότι παιδέυεις, κι ότι ζυμώνεις μέσα σου και σαν εαυτός ορίζεις.

Γιατί αν φανούν στον άνθρωπο όλα ετούτα ξένα, όσο να του τα ξαναπείς αφύσικα θα μείνουν.

Αυτά που είδα και έμαθα μου φέρανε ζαλάδα και ένιωσα στο στομάχι μου κάτι να τριγυρνάει, που αν δε το έδιωχνα μακρύα θα με είχε αρρωστήσει.

Μα απο όλα τα παράξενα έκεινο που μου μένει είναι η απαξίωση που δέχτηκε η αγάπη, μα πες μου αδερφάκι μου που το χεις ξανακούσει να τη πουλάν με το κιλό για δυό φτηνά λογάκια;

Read Full Post »

Τι ανηφόρα

Αχ τι ανηφόρα,

κατρακυλάει , ποδοπατιέται, μαλλιοτραβιέται, τι νόημα έχει δε γαμιέται;

Το τέρας λέει πως με ξέρει, το ταίζω κι απο πάνω μου κρεμιέται.

Η καήμενη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη χθες, έλα ρε βλάκα που κλαίς. Τι κλαίς;

Αχ τι ανηφόρα,

καρδιές διαστέλλονται σε σύμπαντα, με μαύρες τρύπες, μισό και κάτι  αιώνα

καταναλώνουν την αγάπη μου την άτυχη και ούτε ένα αστέρι δεν γεννήσανε ακόμα.

Πως μας γυρίσαν πίσω άτσαλα τα κρύα;

Ποιός μας τα χρέωσε τα ναύλα με δειλία ;

Βρες  τον ένοχο και ρίξ’ τον στα θυρία   …
Τι συγκυρία,

καραμπόλες στην εθνική, ο πρώτος πληρώνεται ο τελευταίος πληρώνει.

Και στεφανώνει, αυτόν που πάτησε το φρένο νικητή.

Γυρίζει όλο το ψέμα τούμπα και με πλακώνει.

Φτερά δυνατά, πόδια ατροφικά και δεν με παίρνει πια να σε βολτάρω μες την πόλη.

Να σε αφήσω έδω που περιμένουν όλοι;

Όλο και κάποιος θα σε πάρει δε βαριέσαι;

Αγοράζεσαι πιο έυκολα απο ότι πουλιέσαι.

Αχ τι ανηφόρα,

ίδρωνω όλα τα λάθη μου και σκουπίζομαι με τα ρούχα σου

ενώ εσύ για ενοχές πετάς τη σκούφια σου, οχι την καλή, την άλλη την τρύπια.

Πάλι διψούσα χθες και στην υγειά σου ήπια.

Η καημένη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη, απο ηλίθιες πόζες σε τσοντοπεριοδικά.

Από κακογραμμένες ατάκες και νοθευμένα ποτά.

Καταναλώθηκε σε φθηνά μαγαζιά, που συχνάζουν τα κορίτσια με τα κολλητά μπλουζάκια.

Στα πλαστικά λουλούδια που φύτρωσαν στης πόλης τα παρκάκια.

Στο μπλα μπλα μπλα

Στα «τα λέμε» τα παρήγορα,

στα αμάξια και τα φαγητά τα γρήγορα,

στα καράβια τα βιαστικά,

στα χάδια τα πιεστικά,

στα γραμματάκια τα ψιλά,

στα μόνιμα και τα περαστικά,

στις αποστάσεις που στον χάρτη μετριούνται και με χάρακα,

μα μέσα μας μια άβυσσος τα σύνορα κρατάει…

εξαφανίστηκε και πάει…

κάπου γυρίζει

πανυγηρίζει

που πια δεν μένει μέσα σου να περιμένει,

αδικημένη και απατημένη,

πως τάχα κάπου θα γελάς  ευτυχισμένη.

Read Full Post »

Η ταξιθέτρια

Φόραει κάθε μέρα την ίδια στολή, τις ίδιες γόβες, το ίδιο χαμόγελο ζωγραφισμένο προσεκτικά με κόκκινο κραγιόν. Πρέπει να τους καθοδηγήσει όλους στις σωστές θέσεις. Να κάνει ότι πρέπει να για να βολευτούν όλοι όπως θέλουν, δίπλα σε αυτούς που θέλουν, στη θέση που αγόρασαν με το εισιτήριο τους. Στη θέση που αγόρασαν για να βολευτούν. Για να απολάυσουν την ίδια παράσταση που εκείνη βλέπει εδώ και χρόνια όρθια στο πίσω μέρος του θεάτρου με το φανάρι της σβηστό. Όταν η αυλαία πέσει και ανάψουν τα φώτα, τους οδηγεί στην έξοδο, ψάχνει τα καθίσματα μήπως ξέχασε κανένας τίποτα, καμιά τσάντα κανένα όνειρο, καμιά ζωή, συμβαίνει συχνά να παραπέφτουν τέτοια πράγματα…Αργότερα πάει σπίτι της, με τις γόβες της στο χέρι και το χαμόγελο ξεθωριασμένο απο το πολύ «Καλησπέρα σας, καλή διασκέδαση». Πρίν την πάρει ο ύπνος θα σκεφτεί τους αριθμούς που πέρασαν απο τα χέρια της σήμερα, θα σκεφτεί όλα εκείνα να κεφάλια που βούλιαζαν σιγά σιγά μέσα στα κακόγουστα βελούδινα καθίσματα. Θα θυμιθεί ξανά την θέση με το νούμερο 19, μια θέση σαν όλες τις άλλες, το αντίτιμο του εισιτηρίου μιας ηλίθιας παράστασης. Μιας παράστασης με στημένες πόζες, μιζέρια και βόλεμα…

Read Full Post »

Μην ξεχαστείς

Θες να φύγουμε; Έχω μαγικά να κάνω που δεν τα ξέρεις. Έχω σχέδιο. Δώσε μου λίγο χρόνο μόνο, πολύ λίγο, όσο κρατάει μια ανάσα. Πάρε άλλη μια ανάσα,να μην ξεχαστείς. Δεν ξέρω ακριβώς τι κάνω. Δεν έχω φύγει ποτέ απο εδώ. Ήρθα όταν ήμουν μικρό παιδί. Λέγανε τότε πως με είχε πάρει ξώφαλτσα μια κατάρα να μην μεγαλώσω ποτέ, αλλά δεν δούλεψε και έτσι μεγάλωσα κανονικά, μόνο τα χέρια μου μείναν σαν μικρού παιδιού, μικρά και άχαρα. Μετά αυτοί εδώ, έκαναν κάτι παράξενους πολέμους, εγώ κρυβόμουν απο φόβο. Πέρασε ο καιρός και  ήρθες εσύ και μπήκα στις μάχες τους για να μην μπείς εσύ. Εσύ ξέχαστηκες στην ησυχία που σε άφησα να με περιμένεις, εμένα με θάψανε κάτω απο τόνους σίδερα και μηχανές. Τους ξέφευγα καμιά φορά και έτρεχα να σε βρώ, μα με πιάνανε και με ξαναθάβανε πιο βαθιά.Μέχρι που πάνω μου φύτρωσε ένα δέντρο. Όταν τα κλαδιά του φτάσανε ψηλά στον ουρανό, οι ρίζες του μπήκανε βαθιά στη γη και με ξυπνήσανε…
Μην σε φοβίζει που σταμάτησε το ρολόι. Οι ανάσες σου κρατάνε τον ρυθμό του χρόνου. Έχω φτερά κόκκινα και λευκά, φώτα, φωτιές, δρόμους κρυφούς που τρέχουν μέχρι έξω, μέσα στο κεφάλι μου. Έχω κλειδιά κάποιο  θα ταιριάζει, την αγάπη που δεν μίλησε να πει μια κουβέντα τόσα χρόνια. Πάμε να φύγουμε, να πάμε μια βόλτα εκείνες τις περίεργες ώρες που το ξημέρωμα μας έβρισκε στο δρόμο, έκει που μου είχες πει να αγαπήσω το τραγούδι που αγαπάς και που ακόμα παλέυω να θυμηθώ…

Read Full Post »

Θα έρθει μόνο όταν θα την έχεις πια ξεχάσει. Είναι αυτάρεσκη και εγωκεντρική. Θέλει κάθε φορά που έρχεται να είναι σαν την πρώτη φορά. Να την ερωτευτείς σαν την πρώτη φορά. Να μην θυμάσαι πόσο σκληρά έφυγε χωρίς να νοιαστεί για την θλίψη σου. Ξέρω πότε θα έρθει, όταν θα ξεθωριάσει ακόμα και η σκέψη της απο το μυαλό μας. Όταν θα ανταλλάξεις με την συνηθεία και την τελευταία ανάμνησή της. Όταν θα την έχεις συγχωρέσει. Όταν θα έχεις ξεχάσει το προσωπό της και σαν το δείς ξανά θα λές μαγεμένος πως είναι το πιο όμορφο.Την θυμάμαι ακόμα, την θυμάμαι καλά. Την μέρα που ήρθε, που δεν ήταν μέρα μα νύχτα, παρ’όλα αυτά έμοιαζε πολύ με μέρα. Θυμάμαι την δόξα της, την σύγχυση μου και την ομορφιά της. Τα αρώματα της, τον ζωτικό αέρα που άφηνε καθώς μας προσπερνούσε. Θυμάμαι πολύ καλά και την νύχτα που έφυγε. Κουρασμένη απο εμένα , απο όλους, θυμάμαι να γυρίζω το κεφάλι απο την άλλη πλευρά, στο ξεχασμένο για καιρό τόπο μου, εκεί που έπρεπε να γυρίσω πια. Θυμάμαι να αλλάζουν χρώμα τα μάτια μου και τα μαλλιά μου, χωρίς να μιλάω για καιρό. Θυμάμαι τις λέξεις που διάλεξα να αρχίσω την προδοσία μου στα υπέροχα μάγια της, την θυμάμαι ακόμα , θυμάμαι τα πάντα ακόμα. Μα εσύ σύντομα θα την ξεχάσεις, γιατί πονάει αρκετά η απουσία της και την ανακουφίζει η λισμονιά. Άυριο θα ξυπνήσεις και η ευτυχία θα κοιμάται δίπλα σου».

Read Full Post »

Older Posts »