Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Νοέμβριος 2010

Τι ανηφόρα

Αχ τι ανηφόρα,

κατρακυλάει , ποδοπατιέται, μαλλιοτραβιέται, τι νόημα έχει δε γαμιέται;

Το τέρας λέει πως με ξέρει, το ταίζω κι απο πάνω μου κρεμιέται.

Η καήμενη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη χθες, έλα ρε βλάκα που κλαίς. Τι κλαίς;

Αχ τι ανηφόρα,

καρδιές διαστέλλονται σε σύμπαντα, με μαύρες τρύπες, μισό και κάτι  αιώνα

καταναλώνουν την αγάπη μου την άτυχη και ούτε ένα αστέρι δεν γεννήσανε ακόμα.

Πως μας γυρίσαν πίσω άτσαλα τα κρύα;

Ποιός μας τα χρέωσε τα ναύλα με δειλία ;

Βρες  τον ένοχο και ρίξ’ τον στα θυρία   …
Τι συγκυρία,

καραμπόλες στην εθνική, ο πρώτος πληρώνεται ο τελευταίος πληρώνει.

Και στεφανώνει, αυτόν που πάτησε το φρένο νικητή.

Γυρίζει όλο το ψέμα τούμπα και με πλακώνει.

Φτερά δυνατά, πόδια ατροφικά και δεν με παίρνει πια να σε βολτάρω μες την πόλη.

Να σε αφήσω έδω που περιμένουν όλοι;

Όλο και κάποιος θα σε πάρει δε βαριέσαι;

Αγοράζεσαι πιο έυκολα απο ότι πουλιέσαι.

Αχ τι ανηφόρα,

ίδρωνω όλα τα λάθη μου και σκουπίζομαι με τα ρούχα σου

ενώ εσύ για ενοχές πετάς τη σκούφια σου, οχι την καλή, την άλλη την τρύπια.

Πάλι διψούσα χθες και στην υγειά σου ήπια.

Η καημένη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη, απο ηλίθιες πόζες σε τσοντοπεριοδικά.

Από κακογραμμένες ατάκες και νοθευμένα ποτά.

Καταναλώθηκε σε φθηνά μαγαζιά, που συχνάζουν τα κορίτσια με τα κολλητά μπλουζάκια.

Στα πλαστικά λουλούδια που φύτρωσαν στης πόλης τα παρκάκια.

Στο μπλα μπλα μπλα

Στα «τα λέμε» τα παρήγορα,

στα αμάξια και τα φαγητά τα γρήγορα,

στα καράβια τα βιαστικά,

στα χάδια τα πιεστικά,

στα γραμματάκια τα ψιλά,

στα μόνιμα και τα περαστικά,

στις αποστάσεις που στον χάρτη μετριούνται και με χάρακα,

μα μέσα μας μια άβυσσος τα σύνορα κρατάει…

εξαφανίστηκε και πάει…

κάπου γυρίζει

πανυγηρίζει

που πια δεν μένει μέσα σου να περιμένει,

αδικημένη και απατημένη,

πως τάχα κάπου θα γελάς  ευτυχισμένη.

Read Full Post »

Η ταξιθέτρια

Φόραει κάθε μέρα την ίδια στολή, τις ίδιες γόβες, το ίδιο χαμόγελο ζωγραφισμένο προσεκτικά με κόκκινο κραγιόν. Πρέπει να τους καθοδηγήσει όλους στις σωστές θέσεις. Να κάνει ότι πρέπει να για να βολευτούν όλοι όπως θέλουν, δίπλα σε αυτούς που θέλουν, στη θέση που αγόρασαν με το εισιτήριο τους. Στη θέση που αγόρασαν για να βολευτούν. Για να απολάυσουν την ίδια παράσταση που εκείνη βλέπει εδώ και χρόνια όρθια στο πίσω μέρος του θεάτρου με το φανάρι της σβηστό. Όταν η αυλαία πέσει και ανάψουν τα φώτα, τους οδηγεί στην έξοδο, ψάχνει τα καθίσματα μήπως ξέχασε κανένας τίποτα, καμιά τσάντα κανένα όνειρο, καμιά ζωή, συμβαίνει συχνά να παραπέφτουν τέτοια πράγματα…Αργότερα πάει σπίτι της, με τις γόβες της στο χέρι και το χαμόγελο ξεθωριασμένο απο το πολύ «Καλησπέρα σας, καλή διασκέδαση». Πρίν την πάρει ο ύπνος θα σκεφτεί τους αριθμούς που πέρασαν απο τα χέρια της σήμερα, θα σκεφτεί όλα εκείνα να κεφάλια που βούλιαζαν σιγά σιγά μέσα στα κακόγουστα βελούδινα καθίσματα. Θα θυμιθεί ξανά την θέση με το νούμερο 19, μια θέση σαν όλες τις άλλες, το αντίτιμο του εισιτηρίου μιας ηλίθιας παράστασης. Μιας παράστασης με στημένες πόζες, μιζέρια και βόλεμα…

Read Full Post »