Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουνίου 2010

Γιατί έτσι.

Θα σας πυροβολήσω με καραμέλες βουτύρου που πονάνε. Θα σας μπουγελώσω με ριμπενάκια να κολλάτε να σας φάνε οι μύγες …θα κάνω χαρτοπόλεμο όλα τα  αυτοκόλλητα των power rangers  και θα σας πετάξω αυγά kinder έκπληξη…θα απαγάγω τις barby και τα lego σας και θα ζητήσω λύτρα 1 τόνο σοκολάτες milka με γεύση γιαούρτι. Θα καπνίζω όλη μέρα τσιχλοτσίγαρα και θα πίνω  fanta με ανθρακικό και θα τρώω όσα δρακουλίνια θέλω. Να μάθετε!!

Read Full Post »

Κάλεσμα

Κλειδώνω το σπίτι όλο νεύρα , τι της ήρθε πάλι βραδιάτικο; Να πάω λέει γιατί θέλει παρέα , δικαιολογίες του κώλου ,να με κατεβάσει πάλι στο λιμάνι θέλει η παλιοκαλτάκα , ξέρει ότι μόνο αυτή και εγώ μισούμε να αγαπάμε τόσο αυτό το μέρος, η κάθε μια για τους λόγους της , που μεταξύ μας δεν τους συζητήσαμε ποτέ , κι αν κάθε φορά που πάω εκεί  το κάνω παρά την θέληση μου , είναι γιατί κάπου μέσα μου φοβάμαι μην διαολιστεί καμιά μέρα και μου ξεθάψει κανένα δαιμόνι .

Κατέβηκα από τον ηλεκτρικό και κίνησα προς την είσοδο , πύλη 9 , πύλη 6 , πύλη 2  , που στο διάολο πήγε κι έκατσε ; Να την , εμ βέβαια που θα καθότανε  . Στο χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι τζίν και κάθε τόσο άκουγα ένα γλούκ  , κι όλο και σωνόταν το ποτό . Δεν είπαμε πολλά , τα βασικά μόνο για τα πρακτικά του πράγματος . Μη λέμε μετά πως δεν αλλάξαμε και 2 κουβέντες . Μετά μπήκαμε στο ψητό . Σιωπή . Μην δουλευόμαστε και μεταξύ μας τώρα . Γι αυτό βρεθήκαμε . Το βράδυ άρχισε να πέφτει , τώρα ήταν που έρχονταν και έφευγαν τα πιο πολλά πλοία . Τώρα ήταν που άναβαν τα φώτα τους και έμοιαζαν σαν να γιορτάζουν τον γυρισμό ή το φευγιό .
Την κοίταξα για λίγο , μην με πάρει χαμπάρι και νιώσει άβολα . Σα να είναι λίγο  καλύτερα , είχα και καιρό να την δω .
Θυμάμαι την τελευταία φορά που βρεθήκαμε , άλλος άνθρωπος ήταν . Βλέπεις εγώ της τα έλεγα τότε  και δε με άκουγε . «Βρέ άμα είναι να σε βρει καμιά πετριά και την πατήσεις με κανέναν πρόσεχε , γιατί αυτά τα πράγματα είναι σαν την ανεμοβλογιά , όσο πιο μεγάλος την περνάς , τόσο πιο άσχημα αρρωσταίνεις» .

Και την πάτησε . Απλά , σιωπηλά και αθόρυβα . Ο μάγκας λοιπόν μια ωραία μέρα την πούλησε  , μετά αυτός με την σειρά του πουλήθηκε σε μια άλλη και πήρε και ένα καράβι και έφυγε και μας άφησε όλους  στην ησυχία μας . Από εκεί και πέρα , γύρναγε με τον έναν γύρναγε με τον άλλον και στο τέλος γύρναγε μόνη της γιατί δεν τους άντεχε ούτε να τους βλέπει. Τι της φταίγανε και αυτοί οι κακόμοιροι , που να ξέρανε ότι τράβαγε ζόρια και της πέφτανε βαριά και τσίναγε .
Έχει και κάτι ελαττώματα αυτή  η κοπέλα , που να την κάνει ζάφτι άνθρωπος . Άμα τα βρει δύσκολα ή παίρνει τα βουνά και την χάνουμε ή αλλάζει χρώμα στα μαλλιά της. Άστα λαχτάρες , εμ δεν πάει έτσι ρε φίλε ή αμολάς ή καταπιάνεσαι με τρίχες…

Βράδιασε για τα καλά . Έκανε και ένα παλιόκρυο .
«Πάμε να φύγουμε;»
Δεν ήθελε , βρε που να σκάσει , θα αρπάξω καμιά πούντα και πώς θα λέω ότι κρύωσα; Επειδή κοίταζα τις βάρκες να κουνιούνται;
Έτσι πέρναγε η ώρα , εγώ κοίταζα αυτή , αυτή κοίταζε τα καράβια και τα καράβια έφευγαν και έρχονταν και έφευγαν και έρχονταν και κόσμος ανέβαινε και κατέβαινε και άλλοι γελούσαν κι άλλοι δεν γελούσαν κι άλλοι απλά ήταν κουρασμένοι .
«Ρε  να σου πω ….πόσοι δικοί μου άνθρωποι φύγανε από δω; Γύρισε κανείς ; Κανένας . Κι όλοι ρε , όλοι κάτι δικό μου παίρνανε ,κάθε φορά , έδινα μόνη μου κι ούτε που ζήτησα ποτέ πίσω  . Δεν με νοιάζει αυτό , πέρασε καιρός και δεν με νοιάζει , αλλά όλοι αυτοί οι άνθρωποι που με πήγανε ; Πώς να είμαι εκεί που με έχουν τώρα και με κουβαλάνε; Πώς να ζω στις αναμνήσεις τους ; Άμα με θυμούνται ακόμα . Κανείς δεν γύρισε να δούμε , από περιέργεια και μόνο , να μου φύγει και μένα το παράπονο» .
«Πάμε να φύγουμε , θα κρυώσουμε» , της είπα .
Τι να της έλεγα …ότι και να έλεγα μαλακία θα ακουγόταν.
Στο γυρισμό με περίμενε η αδερφή μου έξω από το τρένο , εγώ μπήκα στον σταθμό και εκείνη προχώρησε . «Ποια ήταν αυτή ;» ρώτησε.
«Ποια μωρέ , Α αυτή η κοπέλα , τίποτα ήθελε να πάει να βγάλει εισιτήριο για κάποιο νησί , δεν θυμάμαι , και με ρώτησε που είναι το γκισέ . Δεν την ξέρω» .

Read Full Post »

και τώρα τί ?

…και τώρα τι;
…ξύπνημα απότομο , ιδρώτας , τι όνειρο είδα πάλι; Ας κάνω ένα μπάνιο . Μετά κουζίνα , καφές , απαραίτητο νεροζούμι…τελείωσε ο καφές; Μα πως ; Πότε; Και τώρα τι;
Θα φύγω , μόνο για το σαββατοκύριακο , κάτι είναι κι αυτό , το μαγιό στην τσάντα , μια αλλαξιά , έφυγα…ανοίγω την πόρτα…ένα περιστέρι που είχε μπει στην πολυκατοικία πριν 2 μέρες και δεν μπορούσε να βρει την πόρτα να βγει , είχε μπαστακωθεί έξω από την πόρτα μου….τι κάνεις εδώωωωωωωω;…μπλεκόταν στα πόδια μου φτερούγιζε έπεφτε πάνω μου…..με κυνηγούσε το κωλόπουλο…..έφυγα….κλείδωσα την πόρτα καλά….πήρα τα κλειδιά , του τα κουδούνισα καθώς απομακρυνόμουν , έφυγα….τρένο λεωφορείο , κτελ….εισιτήριο….αναμονή….απέναντι οι ταξιτζήδες να τσακώνονται άσχημα….κι ένας αλλοδαπός λαχειοπώλης να κάθεται διπλά μου και όλο να λέει πως αν αντί για λαχεία πουλούσε ηρεμιστικά θα ήταν πλούσιος… «καρτέλες με χάπια , πάρε χάπια πάρεεεεεεεεεεεεεε»….φαντάστηκα  το ξύλο με τα λαχεία να έχει παραταγμένα τα λεξοτανίλ….γέλασα….μπήκα στο λεωφορείο….έφυγα…γύρισα πίσω…πήγα πρώτα στο βουνό και μετά στην θάλασσα….στο βουνό κάποιος μου είπε μια ιστορία ….στην σπηλιά εκεί πέρα , βρήκαν τα κόκαλα κάποιου , Βαυαρός του Όθωνα ήταν….τι έμεινε κι από δάυτον….το βαυαρικό λιοντάρι στον βράχο σκαλισμένο , και το καύκαλο του ακόλουθου του εδώ πάνω…το πήραν να το πάνε πεσκέσι στην Γερμανία….
Όση ώρα τα άκουγα όλα αυτά….σκεπτόμουν , πως αυτός ο κακομοίρης έμεινε θαμμένος σε μια σπηλιά τόσες 10ετιες…και δεν τον γύρεψε κανείς….και τον βρήκαν σήμερα  κάτι περιηγητές που ούτε θα τον κλάψουν ούτε θα τον θάψουν , παρά μόνο θα βάλουν το χορταριασμένο κρανίο του σε κανά μουσείο έκθεμα , καλύτερα να τον άφηναν εκεί πάνω τον άνθρωπο…με τις λιχίνες και τις βρύες , στην ησυχία του…..
Και η κουβέντα πάλι στο λιοντάρι…. «και καθώς η θάλασσα είχε φορέσει το γαλάζιο γιορτινό της φόρεμα , ο καλλιτέχνης σταμάτησε να σμιλεύει τον βράχο , και το λιοντάρι ήταν έτοιμο»…

Έφυγα , πήρα τον δρόμο προς την θάλασσα , άρχισε να βρέχει , να βρέχει πολύ . Μπήκα στο νερό . το μισό μου σώμα βυθισμένο , το άλλο μισό να βρέχεται από τα σύννεφα…άφησα την βροχή  , βυθίστηκα μέσα στο νερό ολόκληρη….να σκεφτώ , να ξεχαστώ…θυμήθηκα τι μου είχες πει όταν σε συνάντησα μετά από πολύ καιρό τυχαία…. «πόσο όμορφη μοιάζεις τώρα που δεν μπορώ να σε αγγίζω και να σε ακούω , τώρα που δεν μαθαίνω νέα σου , τώρα που μόνο να σε θυμάμαι μπορώ και να απορώ..» και σου είχα πει πως ντύθηκα την νοσταλγία σου , κι η νοσταλγία δίνει μια ομορφιά περίεργη , παράξενο πράγμα που είναι αυτό…οι αναμνήσεις είναι διαβολοφαντάσματα , να με διώξεις …να ησυχάσεις…και εσύ και εγώ.
Ήμουν ώρα κάτω από το νερό…..οξυγόνο….οξυγόνο….ανέβηκα στην επιφάνεια , μια βαθιά αναπνοή….κι η βροχή να πέφτει ακόμα….βγήκα στην παραλία….κάθισα στην άμμο….ένα γεράκι ήρθε κι έκατσε στα βράχια μετά κατέβηκε προς το μέρος μου….μετά πέταξε και ζύγιασε τα φτερά του…μες την βροχή κι αυτό γυρεύοντας πάει να το ξεπαστρέψει κανένας κεραυνός σκέφτηκα…κάθε ψυχή κάνει τα κουμάντα της θα μου πεις….πετούμενο είναι…που να πήγαινε….

Γύρισα σπίτι….ζαλάδα πρώτη , ζαλάδα δεύτερη , καταλαβαίνω κάτι χεριά να με βουτάνε , ανέβαινα σκαλιά , πόρτες άνοιγαν , έκλειναν , άσπρο κρεβάτι , βρωμάει οινόπνευμα….
Βρέθηκα να ακούω μια  λίστα με λήγοντα σε –ικά…..χαλαρωτικά , μυοχαλαρωτικά , καταπραϋντικά  , αναλγητικά….βαρετά πόσο βαρετά…
Κουτάκια πολλά….κι ο γιατρός είπε πως μάλλον θα τα παντρευτώ όλα αυτά….μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος αμήν  , γέλασα δυνατά….τα πήρα , τα έκανα ένα πυργάκι και τα πέταξα …σε μια τσάντα , κι ακόμα να θυμηθώ που πέταξα την τσάντα …μέχρι να έρθει το βράδυ είχα ξεχάσει τα πάντα….ακόμα και εσένα….είχα ξεχάσει…όχι από φόβο αλλά από ειλικρίνεια , ελεύθερη και ασφαλής γύρισα πίσω…στην κίνηση , την φασαρία της πόλης , κι ήμουν εγώ…και μόνο εγώ…κι ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα  μπροστά μου…. Και τώρα τι;

Read Full Post »