Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Μαΐου 2010

παραμυθιάσου

Θες να ακούσεις ένα παραμύθι ; Κι αν βγει αληθινό κάποτε ίσως και να μου το λες για να με πάρει ο ύπνος …

Μια φορά και έναν καιρό- γιατί στα παραμύθια όλα συμβαίνουν για μια μόνο φορά και μένουν από εκείνον τον καιρό και για πάντα- , σε μια μικρή πόλη , πολύ όμορφη ζούσε μια κοπέλα ,η κοπέλα του παραμυθιού. Αλλού την είπαν σταχτοπούτα , αλλού την φώναξαν χιονάτη , την μια ήταν η Ελένη και την άλλη η Πηνελόπη . Γοργόνα , νεράιδα , ζητιάνα , πριγκίπισσα…κάθε φορά είχε μια άλλη θέση μέσα στην ιστορία και κάθε φορά κουβαλούσε κι ένα άλλο όνομα…
Δυστυχώς για αυτήν τα τέρατα , οι κακές μάγισσες και οι δράκοι υπήρχαν και στην πραγματικότητα αλλά οι πρίγκιπες μόνο στα παραμύθια .
Μέχρι που μια μέρα η κοπέλα σκέφτηκε πώς πρέπει να φτιάξει ένα κάστρο για να την προστατεύει από τους κακούς , άλλα ξέροντας την ιστορία με τα 3 γουρουνάκια και τα παθήματα τους ούτε λόγος για ξύλα και άχυρα….έπρεπε να βρει ένα άλλο υλικό , φτιαγμένο για να σταματάει όποιον πάει να μπει στο κάστρο της.

Τότε της ήρθε μια ιδέα .Πήγε και στάθηκε στην μέση του πουθενά , πήρε ένα κλαδί και έκανε έναν κύκλο στο χώμα γύρω της και είπε «να το κάστρο μου» , και μετά κοίταξε τον κύκλο και είπε «κάθε φορά που θα με σκοτώνει το κακό , ένα κομμάτι της καρδίας μου θα γίνεται πέτρα , με αυτές τις πέτρες θα χτίσω τα τείχη του κάστρου και δεν θα φτιάξω ούτε μια πόρτα για να φύγω ούτε ένα παράθυρο για να μπει ο ήλιος , γιατί αν οι πέτρες μου βγουν λίγες δεν θα κλειστώ μέσα στον κύκλο κι όλο το φως είναι δικό μου μα αν βγουν πολλές καλύτερα να μείνω για πάντα εδώ αφού δεν θα είναι κόσμος αυτός εκεί έξω για να ζήσω …..

Πέρασε καιρός από τότε και το κάστρο της είχε γίνει τόσο ψηλό που λέγανε πως έφτανε τα σύννεφα , άλλοι λέγανε πως άμα το σκαρφάλωνες θα έφτανες στον θεό. Κανείς όμως δεν μιλούσε για αυτήν που ζούσε εκεί μέσα . Την άκουγαν καμιά φορά να τραγουδάει και η φωνή της έφτανε αμυδρά στα αυτιά του κόσμου , απόκοσμη και ασθενική , σαν να έσβηνε και να πέθαινε μέρα με την μέρα. Το χειρότερο ήταν πως τα παραμύθια είχαν ξεχαστεί αφού δεν υπήρχε η κοπέλα του παραμυθιού πια και τα παιδιά για να κοιμηθούν έβλεπαν τηλεόραση .

Όλοι παραπονιόνταν πως αυτή η κατάσταση δεν πήγαινε άλλο . Οι νάνοι έμειναν άνεργοι , οι μάγισσες αναγκάστηκαν να πιάσουν δουλειά στον δήμο και καθάριζαν τους δρόμους με τις ιπτάμενες σκούπες , οι δράκοι σέρβιραν flambé και οι πρίγκιπες άφησαν τα άλογα και πιάσανε ο καθένας από ένα taxi για να τα βγάζουν πέρα.

Έτσι λοιπόν αποφάσισαν να κάνουν ένα συμβούλιο , να φωνάξουν και παραμυθάδες από όλο τον κόσμο να δουν τι θα κάνουν . Μετά από μερόνυχτα συζητήσεων και διαβουλεύσεων κατέληξαν πως πρέπει να βρεθεί ένας πρίγκιπας για εκείνη , αυτός που θα καταφέρει να την βγάλει από εκεί μέσα και να την ξαναβάλει στα παραμύθια . «Μα πώς θα γίνει αυτό , δεν έχει παράθυρα ούτε πόρτες το κάστρο της». « Δίκιο έχει ο Γκρινιάρης , όσο για το κάστρο , τέτοια πέτρα δεν έχω ξαναδεί , ποιος θα μπορέσει να το γκρεμίσει ;» «Όχι δεν γκρεμίζεται με τίποτα » «Ας πάμε να της μιλήσουμε , αυτή το έχτισε , μόνο αυτή μπορεί να το γκρεμίσει» , «πρέπει να βρούμε τον πρίγκιπα της εμάς δεν θα μας ακούσει» , «Μα ποιος θα είναι αυτός που θα την βγάλει από εκεί μέσα , άσε που με τόση πέτρα που έβγαλε από την καρδιά της , ποιος ξέρει αν της έχει μείνει στάλα από δαύτη να δώσει στον πρίγκιπα»….!

Οι μέρες περνούσαν και κανένας δεν εμφανίστηκε να λύσει τα μάγια . Μέχρι που μια μέρα ήρθαν στη πόλη διασκεδαστές και μουσικοί πολλοί , που κατέφθασαν από κάθε γωνιά της γης , για να διασκεδάσουν τους καλεσμένους του βασιλιά στο γλέντι που θα έκανε για τον γάμο της κόρης του. Ένας από αυτούς καθώς περνούσε πρόσεξε το κάστρο , γιατί από την φύση του ήταν παρατηρητικός και λίγο αφηρημένος να χαζεύει δεξιά και αριστερά τα όμορφα και τα περίεργα που του τραβούσαν την προσοχή. «Ποιος μένει εδώ ;» Ρώτησε ο μουσικός έναν γεράκο που στεκόταν στην άκρη του δρόμου . « Κάποια» , απάντησε κοφτά . «Ποια ; και που είναι οι πόρτες και που είναι το παράθυρό της να βγει να την δω και γιατί είναι τόσο ψηλό το κάστρο της και…..» «Εεεεεεε σταμάτα πια! Με ζάλισες , έχεις ώρα για χάσιμο ; Αν έχεις πάμε να πιούμε λίγο κρασί και θα σου πω την ιστορία από την αρχή»…

Όταν ο μουσικός άκουσε την ιστορία της κοπέλας , το αφηρημένο του κεφάλι γέννησε έναν σκοπό. Αποφάσισε πως θα έκανε τα πάντα για να την ελευθερώσει. Ναι να την ελευθερώσει , γιατί μόνο εκείνος κατάλαβε πως ήταν φυλακισμένη . Και κάπου εδώ αρχίζει και το δικό του παραμύθι…

Το επόμενο πρωί πήγε και στάθηκε έξω από το κάστρο , πήρε μια βαθιά ανάσα , σουλούπωσε λίγο τα ρούχα του και φώναξε «Καλημέρα σας υπέροχη κυρία !Δεν είμαι πρίγκιπας μα ένας μουσικός .Ήρθα εδώ για να σας κλέψω από το κάστρο σας και να σας δείξω πόσο όμορφος είναι αυτός ο κόσμος.» Καμιά απάντηση δεν πήρε αλλά αυτό δεν τον πτόησε καθόλου. «Σήμερα η μέρα είναι ζεστή και ηλιόλουστη , ανθίσανε τα πρώτα τριαντάφυλλα και ο αέρας μυρίζει φρεσκοψημένο ψωμί . Ο κόσμος έχει μαζευτεί στην αυλή του βασιλιά και πίνουνε και τρώνε και χορεύουν για τον γάμο της κόρης του , έπρεπε να είμαι και εγώ εκεί τώρα και να τραγουδάω για τις χαρές τους αλλά θα μείνω μαζί σας να σας κρατήσω συντροφιά. Θα έρχομαι κάθε μέρα και θα γίνω το παράθυρο που θα βλέπετε τον έξω κόσμο και θα γίνω η πόρτα που θα βγαίνετε να βολτάρετε στην αγορά και το ποταμάκι. Σας φιλώ ιπποτικά υπέροχη κυρία και σας υπόσχομαι να σας επισκεφτώ πάλι αύριο».

Έτσι και γινόταν κάθε μέρα , εκείνος πήγαινε στεκόταν έξω από το κάστρο και τις μιλούσε για ώρες , της περιέγραφε πως είναι ο καιρός , πώς αλλάζουν οι εποχές τα τοπία της πόλης και τις μετέφερε όλα τα νέα από την αγορά . Της τραγουδούσε κι είχε μια τόσο όμορφη φωνή που μαλάκωνε την καρδιά της και την έκανε να ξεχνάει για λίγο την φυλακή της. Ποτέ δεν του έλεγε μια κουβέντα , ούτε μία απόκριση αλλά εκείνος ήξερε πως τον άκουγε και φρόντιζε πάντα να μιλάει δυνατά και καθαρά για να φτάνει η φωνή του στα αυτιά της μέσα από τους τοίχους του κάστρου.

Κάπως έτσι πέρασαν 2 χρόνια , ούτε μια μέρα δεν υπήρξε που να μην την επισκεφτεί , ούτε μια λέξη του δεν της είχε ξεφύγει κι ας μην του το είχε πει .Ώσπου ήρθαν πάλι εκείνες οι σκοτεινές μέρες που ήταν και ο λόγος που τότε η κοπέλα κλείστηκε στο κάστρο . Μαύρα σύννεφα ήρθαν και σκέπασαν την πόλη σαν ένα παχύ πάπλωμα από σκοτάδι . Ο βασιλιάς έδωσε εντολή να κλειστούν όλοι στα σπίτια τους και να μην βγει κανείς έξω αν δεν δώσει εντολή . Η πόλη γέμισε τέρατα φοβερές μάγισσες και αιμοβόρους δράκους , η όμορφη πόλη ερήμωσε , ασχήμυνε , γιατί το κακό ρουφούσε την ζωή από κάθε τι που έβρισκε στο δρόμο του.

-Σήμερα είναι μια πάρα πολύ όμορφη μέρα , με ακούτε υπέροχη κυρία ; Μια μέρα γεμάτη ήλιο…

Μα εκείνος παράκουσε τις διαταγές του βασιλιά , συνέχισε να πηγαίνει κάτω από το κάστρο της και να της μιλάει κι αφού η κοπέλα δεν μπορούσε να δει τι συμβαίνει έξω, εκείνος της έλεγε ψέματα , για να μην τρομάξει , για να μην ψηλώσουν κι άλλο τα τείχη , για να μην του πει να φύγει για να σωθεί.
Και όσο οι μέρες περνούσαν γέμισε πληγές και προσπαθούσε να κρατηθεί ζωντανός , να μην καταλάβει τίποτα η πριγκηπέσα του , πάλευε με κάθε λογής τέρας , τις νύχτες έρχονταν παράξενα αερικά και τον ξαγρυπνούσαν , μα άντεχε , έτσι έλεγε , πως άντεχε.

Ώσπου μια μέρα δεν εμφανίστηκε , όσο κι αν περίμενε εκείνη δεν τον άκουσε την καλημερίζει , ούτε να την καληνυχτίζει…δεν τον άκουσε όση ησυχία κι αν έκανε , όσο κι αν κόλλησε το αυτί της στους χοντρούς πέτρινους τοίχους και έτσι περίμενε και περίμενε…και ήξερε πως κάτι είχε συμβεί γιατί δεν ακουγόταν τίποτα πια από εκεί έξω , τίποτα απολύτως….

Στην πόλη ως τόσο ο κόσμος είχε βαρεθεί να μένει κλεισμένος μέσα στα σπίτια του. Ήξεραν πως ο μόνος άνθρωπος που θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους , ήταν κλεισμένος σε ένα κάστρο και έκανε πείσματα πως δεν θα ξαναβγεί και έτσι όλοι είχαν πειστεί πως η ζωή θα κυλήσει κάπως έτσι και καλά θα έκαναν να το συνηθίσουν . Ναι ! Καλά!!!!! Αυτοί μπορούσαν να ζήσουν σαν τα ποντίκια , αλλά τα παιδιά; Ποιος μπορεί να σταματήσει τα παιδιά να βγουν έξω να παίξουν; Να γελάσουν; Ούτε για αστείο δεν θα το δέχονταν αυτό. Έτσι λοιπόν αποφάσισαν μεταξύ τους να στείλουν κάποιον θαρραλέο στο κάστρο να επιχειρήσει να πείσει την παραμυθοκοπέλα να βγει από εκεί μέσα. Διάλεξαν το πιο ζιζάνιο από όλα , γιατί μόνο αυτό θα άντεχε τις φωνές και τις τιμωρίες της μάνας του αν το μυριζόταν πως βγήκε έξω από το σπίτι πάρα την προειδοποίηση του βασιλιά . Και εκείνο μικροκαμωμένο καθώς ήταν ξεγλίστρησε αθόρυβα από το σπίτι και χωρίς να το καταλάβει καμία απειλή έφτασε στο κάστρο.

-Ε! ψιτ! Κυρία με ακούτε;
-Πες μου τον είδες ;Που είναι ο μουσικός που ερχόταν εδώ κάθε μέρα , τον είδες είναι καλά;
-Εγώ για άλλο σκοπό ήρθα αλλά μιας και ρωτάτε θα σας πω . Δεν είναι καλά. Πληγώθηκε βάρια τόσο καιρό που πάλευε με όλους αυτούς τους κακούς που έχουν μπαστακωθεί στην πόλη μας και εξ αιτίας τους δεν μπορώ να παίξω .Τώρα τον έχουν σε ένα σπίτι μέρες και προσπαθούν να τον συνεφέρουν αλλά δεν μιλάει ούτε ανοίγει τα μάτια του , ούτε κουνιέται. Ρώτησα την μαμά μου άμα έχει πεθάνει και μου είπε πως ακόμα ζει και να προσευχηθώ για την ψυχή του , αλλά κυρία εγώ νομίζω δεν ζει , αφού όλο κλειστά έχει τα μάτια του. Κυρία κλαίτε; Μιας και σας στεναχώρησα δεν θα σας πω τον σκοπό που ήρθα εδώ , ίσως περάσω αύριο , πάντως τα τείχη του κάστρου σας είναι όντως πάρα πολύ ψηλά….πρέπει να είχατε πολύ μεγάλη καρδιά κάποτε , κρίμα….

Το αγόρι έφυγε άπραγο και εκείνη έκλαιγε τόσο που δεν μπορούσε να σκεφτεί ένα τρόπο να τον βοηθήσει . Μέχρι που θυμήθηκε τα λόγια του αγοριού…. «οι πέτρες είναι η καρδιά μου , με προστατεύουν από το κακό , αυτό κάνουν , αυτό θα κάνουν και τώρα»

– Και τώρα που τα τείχη γίνανε ψηλά αρκετά , ας γκρεμιστούν κι ας πέσουν πάνω σε κάθε τι που δεν αγαπάει την ζωή , πάνω σε κάθε σκοτεινό όν και ας διαλύσουν την συννεφιά , να γίνει η πόλη όσο φωτεινή μου έλεγε εκείνος πως ήταν , όπως με έκανε να την φαντάζομαι με τα λόγια του .

Και έτσι απλά έπεσε το κάστρο της , σε ένα μόνο λεπτό , λες και ήταν από χαρτί και όπως έπεφτε πλάκωνε τον φόβο και το σκοτάδι. Βγήκε έξω και έτρεξε προς την πόλη . Ο ήλιος είχε βγει ξανά , ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια του να δει πως έγινε τέτοιο θαύμα μα εκείνη σημασία δεν έδωσε σε κανέναν. Ρώτησε που είναι , έπρεπε να προλάβει , πίστευε πως μπορούσε να τον σώσει , του το χρωστούσε….Μπήκε μέσα στο δωμάτιο του , τι κι αν δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ , τον κοίταξε σαν να έβλεπε το πιο δικό της πρόσωπο….μα όσο κι αν προσπαθούσε να τον ξυπνήσει , δεν τα κατάφερνε , είπε να δοκιμάσει το κόλπο της ωραίας κοιμωμένης , μα όσα φιλιά κι αν του έδωσε , εκείνος δεν άνοιγε τα μάτια του .

Μετά από λίγο , κι αφού είχε απελπιστεί , το πρόσωπό της ξαφνικά γαλήνεψε , σχεδόν την είδα να γελάει . Τον κοίταξε και του είπε «Δεν ήρθα εδώ για να σε σώσω , δεν είμαι Θεός , ούτε μάγος . Ήρθα για να σου δώσω κάτι που σου ανήκει , κάτι που το φύλαγα χρόνια και περίμενα να έρθεις για να στο παραδώσω . Συγχώρεσε με που το κακομεταχειρίστηκα και το έφθειρα , συγχώρεσε με που δεν το πρόσεξα όσο έπρεπε , μα δέξου το , γιατί είναι δικό σου και πάντα δικό σου θα είναι .

Ορίστε λοιπόν , πρίγκιπα μου , με αυτήν την καρδιά θα έχεις μια καινούρια ζωή , να την γεμίσεις όνειρα , αγάπη και χαρά . Όσα δεν μπόρεσα εγώ να της δώσω , γιατί βλέπεις τα παραμύθια δεν γεννιούνται μέσα στις άψυχες πέτρες . Είμαι ελεύθερη τώρα πρίγκιπά μου , σε ευχαριστώ .

Και ο πρίγκιπάς της ξύπνησε , την πήρε αγκαλιά , της χάιδεψε τα μαλλιά , και της ζήτησε να του χαρίσει ένα χαμόγελο , το πρώτο και το τελευταίο χαμόγελο που του χάρισε…κι εκεί μέσα στην αγκαλιά του , έκλεισε τα μάτια της , πήρε μια βαθιά αναπνοή και …ήταν ελεύθερη!!

Read Full Post »