Μια γοητεία περίεργη που έχουν αυτοί που φεύγουν, αυτοί που κλείνουν την πόρτα για τελευταία φορά, που σε φιλάνε και σε αγκαλιάζουν για τελευταία φορα, και εσύ δεν το ξέρεις, και ευτυχείς μέσα στην άγνοιά σου, μα αυτοί το ξέρουν και έχουν το ύφος του μοιραίου πρωταγωνιστή στο φινάλε της ταινίας με όλα τα φώτα πάνω τους.
Κι όταν εκείνοι οι πάντα αγαπημένοι κλείσουν την πόρτα πίσω τους, μένουν αυτοί που δεν έφυγαν ποτέ, να κοιτάνε τις πόρτες για ώρα ,ελπίζοντας κανείς να μη καταλάβει ότι ακόμα ελπίζουν. Ρίχνουν δυο “χωρίς” και ένα “γιατί” μες τον καφέ τους κάθε πρωί και ξεκινάνε για τις δουλειές τους, χωρίς πολλές γκρίνιες για την κρίση, χωρίς να διαβάσουν εφημερίδες, παρά μόνο τα ζώδια στο πίσω μέρος, αφού στα αστέρια λένε πως πιστεύουν, γιατί τόσα εκατομμύρια χρόνια, σβήνουν ,ανάβουν, σβήνουν , ανάβουν, και ποτέ άμα καιγόταν ένα δεν έσβηναν μαζί και τα υπόλοιπα, όπως τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια που σαν καεί ένα αχρηστεύουν όλα.
Αυτοί οι άνθρωποι μοιάζουν με δέντρα σου λέω, και έχουν καρδιά απο ρίζες και όλο την απλώνουν και την απλώνουν , κι όλο ριζώνουν και ριζώνουν…
Κάθε βράδυ, σκεπασμένοι με τα σεντόνια τους που δε μυρίζουν πια μανούλα, πέφτουν για ύπνο, χωρίς μιλιά, χώρις να χουν κάπου να ευχηθούν ένα καλό ξημέρωμα, και έχουν και λέν τις προσευχές τους στα άστρα, στο είπα ξανά, τα αστέρια τα πιστεύουν, καμιά φορά τους φτάνει το πρωί κι αυτοί ακόμα λένε χωρίς σταματιμό.
Είναι ήσυχοι, μόνο καμιά φορά ξεσπάνε και αύτο πάλι ήσυχα το κάνουν, δεν ενοχλούν μα καλύτερα είναι εκείνες τις φορές να μην τους ενοχλείς ούτε εσύ. Από κατανόηση και μόνο.
Έχουν βλέπεις δουλειά σκληρή να κάνουν, φυλάνε μέρα νύχτα χωματερές με όνειρα.Τα φυλάνε από το αδέσποτο σκυλί, τη λησμονιά, που μπαίνει πεινασμένο να τα φάει, απο αυτούς που κάποτε τα πέταξαν εκεί και τώρα σα ζητιάνοι ψάχνουν να τα βρούν για να τους σώσουν απο τη διακονία, απο το πλιάτσικο των παλιατζίδων που τα μαζεύουν να τα πουλήσουν όσο όσο στους ανέραστους και απο τα φαντάσματα όσων τα έχασαν από λάθος και πέθαναν με τον καημό αυτόν.
Έτσι λοιπόν, μιλώ για αύτους που δεν έφυγαν ποτέ, που έγιναν δέντρα στις άκρες των δρόμων που τράβηξαν οι άλλοι…

Σαν τα δέντρα κι εμείς.
Δέντρα που γράφουν και επικοινωνούν…αυτά τα δέντρα ανθίζουν…