Αχ τι ανηφόρα,
κατρακυλάει , ποδοπατιέται, μαλλιοτραβιέται, τι νόημα έχει δε γαμιέται;
Το τέρας λέει πως με ξέρει, το ταίζω κι απο πάνω μου κρεμιέται.
Η καήμενη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη χθες, έλα ρε βλάκα που κλαίς. Τι κλαίς;
Αχ τι ανηφόρα,
καρδιές διαστέλλονται σε σύμπαντα, με μαύρες τρύπες, μισό και κάτι αιώνα
καταναλώνουν την αγάπη μου την άτυχη και ούτε ένα αστέρι δεν γεννήσανε ακόμα.
Πως μας γυρίσαν πίσω άτσαλα τα κρύα;
Ποιός μας τα χρέωσε τα ναύλα με δειλία ;
Βρες τον ένοχο και ρίξ’ τον στα θυρία …
Τι συγκυρία,
καραμπόλες στην εθνική, ο πρώτος πληρώνεται ο τελευταίος πληρώνει.
Και στεφανώνει, αυτόν που πάτησε το φρένο νικητή.
Γυρίζει όλο το ψέμα τούμπα και με πλακώνει.
Φτερά δυνατά, πόδια ατροφικά και δεν με παίρνει πια να σε βολτάρω μες την πόλη.
Να σε αφήσω έδω που περιμένουν όλοι;
Όλο και κάποιος θα σε πάρει δε βαριέσαι;
Αγοράζεσαι πιο έυκολα απο ότι πουλιέσαι.
Αχ τι ανηφόρα,
ίδρωνω όλα τα λάθη μου και σκουπίζομαι με τα ρούχα σου
ενώ εσύ για ενοχές πετάς τη σκούφια σου, οχι την καλή, την άλλη την τρύπια.
Πάλι διψούσα χθες και στην υγειά σου ήπια.
Η καημένη η αγάπη μου πέθανε απο βλακεία και πλήξη, απο ηλίθιες πόζες σε τσοντοπεριοδικά.
Από κακογραμμένες ατάκες και νοθευμένα ποτά.
Καταναλώθηκε σε φθηνά μαγαζιά, που συχνάζουν τα κορίτσια με τα κολλητά μπλουζάκια.
Στα πλαστικά λουλούδια που φύτρωσαν στης πόλης τα παρκάκια.
Στο μπλα μπλα μπλα
Στα “τα λέμε” τα παρήγορα,
στα αμάξια και τα φαγητά τα γρήγορα,
στα καράβια τα βιαστικά,
στα χάδια τα πιεστικά,
στα γραμματάκια τα ψιλά,
στα μόνιμα και τα περαστικά,
στις αποστάσεις που στον χάρτη μετριούνται και με χάρακα,
μα μέσα μας μια άβυσσος τα σύνορα κρατάει…
εξαφανίστηκε και πάει…
κάπου γυρίζει
πανυγηρίζει
που πια δεν μένει μέσα σου να περιμένει,
αδικημένη και απατημένη,
πως τάχα κάπου θα γελάς ευτυχισμένη.