Φόραει κάθε μέρα την ίδια στολή, τις ίδιες γόβες, το ίδιο χαμόγελο ζωγραφισμένο προσεκτικά με κόκκινο κραγιόν. Πρέπει να τους καθοδηγήσει όλους στις σωστές θέσεις. Να κάνει ότι πρέπει να για να βολευτούν όλοι όπως θέλουν, δίπλα σε αυτούς που θέλουν, στη θέση που αγόρασαν με το εισιτήριο τους. Στη θέση που αγόρασαν για να βολευτούν. Για να απολάυσουν την ίδια παράσταση που εκείνη βλέπει εδώ και χρόνια όρθια στο πίσω μέρος του θεάτρου με το φανάρι της σβηστό. Όταν η αυλαία πέσει και ανάψουν τα φώτα, τους οδηγεί στην έξοδο, ψάχνει τα καθίσματα μήπως ξέχασε κανένας τίποτα, καμιά τσάντα κανένα όνειρο, καμιά ζωή, συμβαίνει συχνά να παραπέφτουν τέτοια πράγματα…Αργότερα πάει σπίτι της, με τις γόβες της στο χέρι και το χαμόγελο ξεθωριασμένο απο το πολύ “Καλησπέρα σας, καλή διασκέδαση”. Πρίν την πάρει ο ύπνος θα σκεφτεί τους αριθμούς που πέρασαν απο τα χέρια της σήμερα, θα σκεφτεί όλα εκείνα να κεφάλια που βούλιαζαν σιγά σιγά μέσα στα κακόγουστα βελούδινα καθίσματα. Θα θυμιθεί ξανά την θέση με το νούμερο 19, μια θέση σαν όλες τις άλλες, το αντίτιμο του εισιτηρίου μιας ηλίθιας παράστασης. Μιας παράστασης με στημένες πόζες, μιζέρια και βόλεμα…